Στο Καστανιώτικο βουνό υπάρχει περιοχή που ονομάζεται Χάνια. Λέγεται πως ονομάστηκε έτσι από του Γιαννιά το Χάνι στη βορεινή πλαγιά της ράχης με το όνομα "Κούκου Ράχη", από όπου περνούσε δρόμος για την Καλαμάτα.
Τα χάνια εξυπηρετούσαν οδοιπόρους και περαστικούς που έρχονταν από τη Βόρεια Λακεδαίμονα, από την Αρκαδία, ακόμα και από τον Πάρνωνα, με προορισμό την Καλαμάτα. Μέχρι και τη δεκαετία του ’30 οι μεταφορές ανθρώπων, προϊόντων και εμπορευμάτων, γίνονταν με φορτηγά ζώα (άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια). Δρόμοι δεν υπήρχαν, παρά μόνο μονοπάτια που τον χειμώνα με τα χιόνια και τις λάσπες, ήσαν απροσπέλαστα. Τα χάνια έδειχναν το εμπορικό ενδιαφέρον και την κινητικότητα.
Μετά τα Ορλωφικά οι ελεύθεροι Καστανιώτες εγκατασταθήκανε στο βουνό, στην ανατολική πλευρά του Ταΰγετου και σιγά-σιγά έφτιαξαν την Καστανιά του βουνού. Έφτιαξαν σπίτια, εκκλησίες, νεκροταφείο, καλλιεργούσαν χωράφια, κήπους, παρήγαγαν δασικά προϊόντα. Από εκεί ήταν πιο εύκολο να «πέσουν» στη δυτική πλευρά για να πάνε στην Αλαγονία και στην Καλαμάτα, παρά στην Σπάρτη.
Ο Ιωάννης Εμμ. Νουχάκης το 1901, στο έργο του «Ελληνική Χωρογραφία αναφέρει ένα Πανδοχείο (Χάνι) με την ονομασία «Κρύα Βρύσις» στον δρόμο Καστανιάς –Καλαμάτας χωρίς να καταγράφει το όνομα του χαν(ι)τζή.
Τα χάνια στον Ταΰγετο δημιουργήθηκαν από ανάγκη και εξυπηρετούσαν τους οδοιπόρους και τους αγωγιάτες που δεν προλάβαιναν να κάνουν μονοημερίτικα τη διαδρομή για την Καλαμάτα ή και το αντίστροφο, επιστρέφοντας. Έπρεπε κάπου να σταθμεύσουν για τροφή και ανάπαυση των ανθρώπων και των ζώων. «Έρχονταν και από τον Πάρνωνα, τα Βούρβουρα, τον Άγιο Πέτρο και πήγαιναν στην Καλαμάτα. Φτάνανε το βράδυ στο χάνι και βγάζανε τη νύχτα τους. Βρίσκανε κριθάρι για τα ζώα τους, κρασάκι, μέλι, ρακολούκουμο και ρούχα για να κοιμηθούν. Την επομένη αχάραγα, πριν φωτίσει ο θεός την ημέρα πηγαίνανε κατ’ ευθείαν στην Καλαμάτα. Εκεί ψωνίζανε βακαλάο, σαρδέλες, πρόκες, τριχιές, σαμαροσκούτια, αλάτι, βούταμο (είναι αυτό που γέμιζαν τα σαμάρια) κ.λπ. Και μετά πάλι στον δρόμο της επιστροφής πηγαίνανε στο χάνι του Μεζέ (Κουτρουμπή) ή στου Περδικούλη και περνάγανε τη νύχτα τους. Αυτός όταν τράταρε τους αγωγιάτες με λουκούμι και τσίπουρο, το λουκούμι το έκοβε στα τέσσερα και έμεινε πια η έκφραση «σαν του Περδικούλη τα λουκούμια». (τις πληροφορίες έδωσε η κ. Κούλα Ξυδιά).
Ο Παναγιώτης Ξυδιάς σε συνέντευξη που έδωσε στον Γ. Λαγανά και δημοσιεύτηκε στον Πολυδεύκη, θυμάται το χάνι που διατηρούσε ο παππούλης του ο γέρο Ξυδιάς στην περιοχή Χάνια. «Την εποχή εκείνη στο βουνό ψηλά, στην περιοχή Χάνια ο παππούλης μου ο γέρο Ξυδιάς διατηρούσε χάνι. Το καλοκαίρι παραθέριζαν πολλοί από τα «τζάκια» της περιοχής, ο παππούλης ερχόμενος από την Καστανιά έφερε και μια φωτογραφία του Βενιζέλου και την κόλλησε στην πόρτα. Όμως για να τον πειράξουν οι άλλοι, έβαλαν τη γιαγιά μου και τη νύχτα κόλλησε τη φωτογραφία του βασιλιά και το πρωί ο παππούλης τον έβλεπε και δεν το πίστευε. Στην περιοχή εκείνη του Ταϋγέτου ήταν τα χάνια, όπου οι αγωγιάτες που πήγαιναν στην Καλαμάτα, για να φέρουν εμπορεύματα, σταματούσαν εκεί. Τα χάνια έμεναν ανοιχτά μέχρι τα πρώτα χιόνια. Τότε στα βουνά γυρίζαν και ληστές που πολλές φορές έφταναν στο χάνια για να πάρουν ψωμί, τσιγάρα, σπίρτα και άλλοτε πλήρωναν, άλλοτε όταν δεν είχαν τα έπαιρναν τσάμπα. Η γιαγιά μου είχε τέσσερις κόρες και το βράδυ όταν γυρίζαν οι ληστές, τους φορούσε παλιόρουχα και με την πανιάρα τούς μουτζούρωνε τα πρόσωπα και τα χέρια, για να φαίνονται άσχημες στα μάτια των ληστών. Μια φορά δεν πρόλαβαν να κατέβουν στο χωριό και έριξε πολύ χιόνι και είχε μείνει η γιαγιά μου με τα κορίτσια στο χάνι. Πέρασαν δέκα πέντε μέρες και πήγαν από το χωριό να τους βρουν, αλλά δεν μπορούσαν να πλησιάσουν και πίστευαν ότι έχουν πεθάνει. Η γιαγιά μου άκουσε από μακριά που την φώναζαν Αννιώ, Αννιώ και βγήκε και τους αποκρίθηκε. Όμως το χιόνι ήταν πολύ, πώς να περάσει τα παιδιά μέσα από το χιόνι; Είχε ένα σάζιμα μεγάλο, τα έβαλε τα παιδιά πάνω, τα κατέβασε χαμηλότερα και βγήκαν κάτω. Όταν την ρωτήσανε, τόσες μέρες τί έτρωγαν τα παιδιά και δεν πέθαναν, αραποσίτι λέει».
Οι Καστρίτες χρησιμοποιούσαν ένα μονοπάτι μέσα από τη χαράδρα της Μισοσπορίτισσας και πήγαιναν στην Επάνω Καστανιά στον Ταΰγετο και από κει στα Πισινοχώρια. Τα χωριά αυτά δεν είχαν σχέση ούτε οδική σύνδεση απευθείας με την Καλαμάτα. Ανέπτυξαν σχέσεις στα βόρεια με τα χωριά της Αρκαδίας, στα νότια με τα χωριά της Μάνης και στα ανατολικά με τον Μυστρά και ιδιαίτερα με την Καστανιά (νυν Καστόρι) που ήταν κεφαλοχώρι.
Στο Καστρίτικο μοναστήρι, ανήμερα της γιορτής της Ζωοδόχου Πηγής, συγκεντρώνανε τα προϊόντα (μέλι, τυριά, μαλλιά κ.ά) που παρήγαγε το μοναστήρι και τα κουβαλάγανε με ζώα στην αγορά της Καλαμάτας. Με την ευκαιρία να πούμε πως το μοναστήρι ήταν αντρικό και είχε δικές του μεγάλες εκτάσεις, τα μετόχια. Είχαν πρόβατα που τα φύλαγαν πολλές φορές άνθρωποι λαϊκοί από το Καστρί. Τα μελίσσια τα είχανε στην πλαγιά, απέναντι από το μοναστήρι.
Οι Βόρειοι Δήμοι είχαν εμπορικές αλλά και εργασιακές σχέσεις με την Καλαμάτα. Καστανιώτες πρόκοψαν σαν έμποροι στην Καλαμάτα, όπως ο Λάμπος με τα παστέλια. Στο βουνό υπάρχουν τα «Λαμπέικα». Στα εργαστήρια που έφτιαχναν ποτά και γλυκά του κουταλιού, δούλεψαν βορειοδημότες όπως ο Πελλανιώτης Μπακής που διατηρούσε τετράδιο συνταγών και σώζεται μέχρι σήμερα. Καστανιώτες και Βορδωνιάτες δούλεψαν στο εργοστάσιο σαπωνοποιίας του Λιναρδάκη στην Καλαμάτα.
Οι μεταφορές ανθρώπων και εμπορευμάτων στις μικρές αποστάσεις γινότανε κυρίως με γαϊδουράκια.
Η Βασιλική Πελεκάνου αφηγήθηκε πως φορτώσανε τον γαϊδαράκο τους με ποτάσα που αγόρασαν στην Καλαμάτα, και στην επιστροφή για το χωριό, έλιωσε η ποτάσα από τη ζέστη και έκανε πληγή στο ζωντανό. Του έβαλαν κηραλοιφή από φλούδες φροξυλιάς και γιατρεύτηκε η πληγή.
Κατά την ίδια, μια άλλη φορά, πολύ νωρίς και πριν τα χαράματα, μέσα στο σκοτάδι, είχαν ξεκινήσει Καστανιώτες για το Σαββατιάτικο παζάρι της Σπάρτης, με τα γαϊδουρομούλαρά τους. Φτάσανε ξημερώνοντας και τότε ένας από το μπουλούκι διαπίστωσε πως τραβούσε την καπιστράδα, χωρίς το ζωντανό.
Στην Καστανιά μέσα στο χωριό, ένα χάνι είχε ο Ζούζουλας ο Παναγιώτης. Στο σημερινό σπίτι του Γιαννίτσα, ήτανε το χάνι του Γιαννίτσα, άλλο χάνι ήτανε του Σκρουμπέλου και άλλο του Παναγιώτη Τζαμούρη. "Το χάνι είχε παχνιά που δένανε τα ζα. Πολλά ζα, να μη βολεί να περάσεις. Στο χάνι πήγαιναν τα ζώα τους και από όλα τα χωριά που κατέβαιναν στην Καστανιά. Τα παλιά τα χρόνια άμα ένα άλογο ή ένα βόιδι έκανε ζημιά στο ξένο χτήμα το παίρνανε και το πηγαίνανε στο χάνι. Άμα ήτανε κοπάδι, παίρνανε ένα και το τραβάγανε δύο αγροφυλάκοι. Πήγαινε ο ιδιοχτήτης και πλέρωνε για όλη τη στάνη". (πληροφορίες Σταυρούλα Μιχαλοπούλου).
Σε τέτοια υπόθεση ίσως αναφέρεται το παιδικό τραγουδάκι «Μια γίδα μια φορά κουνούσε την ουρά και μάσαγε γερά, κι ο μπάρμπας ο Κουκάς την άρπαξε μεμιάς και τρέχει ο φουκαράς ευθύς στους δικαστάς κι η γίδα τότε εκεί, πολύ προσεκτική αρπάζει το κλειδί και φεύγει στη στιγμή».
Στην Καστανιά, μέσα στο χωριό δεν υπήρχε χάνι για διανυκτέρευση γιατί η απόσταση από τα γύρω χωριά καλυπτόταν αυθημερόν. Επομένως χρειαζόταν χώρος για να σταυλίζονται τα ζώα και να ξαποσταίνουν οι άνθρωποι, την ημέρα. Στο χάνι του Π. Τζαμούρη υπήρχε χώρος για τα ζώα και καπηλειό για τους ανθρώπους που κατέβαιναν από τα γύρω χωριά για τις δουλειές τους και κυρίως για το παζάρι της Δευτέρας. Στο στενάκι είχε σαμαράδικο και πεταλωτήριο. Υπήρχε και μαγαζί-εργαστήριο με δερμάτινα εξαρτήματα για τα ζώα, μπαλντούμια, καπιστράδες, ίγκλες, παρωπίδες, καμτσίκια, διακοσμητικά με χρωματιστές χάντρες.
Για τα Χάνια στους βόρειους Δήμους μας πληροφορεί ο Χρ. Δημάκης στο άρθρο του με τίτλο «Το χωριό μου άλλοτε και τώρα» που δημοσιεύτηκε στα Λακωνικά (τ. 55, 1973). «…Από τον Λογκανίκο περνούσαν παπουτσήδες Μουλατσιώτες από τη Γορτυνία, βαρελάδες, βαγενάδες, ομπρελάδες, σαμαρτζήδες, γυρολόγοι που πουλάγανε πραμάτειες στους δρόμους που έβγαιναν οι γυναίκες από τα σπίτια τους και ψώνιζαν με αυγά από τις κότες τους. Καραγκιοζοπαίχτες, καλαντζήδες (γανωματήδες), κοφινάδες, λαδέμποροι, πριονάδες με μεγάλα πριόνια και τσεκούρια, Μανιάτες χτίστες που χτίζανε ξεροπεζούλες στα χωράφια με 50 λεπτά μεροδούλι και φαγοπότι, κομπογιαννίτες γιατροί κ. ά. Περνάγανε παρέες, πίνανε κρασί, ξεκουράζονταν λίγο στο χωριό (Λογκανίκο) και πήγαιναν στο Γιωργίτσι, στα Γιωργιτσάνικα Καλύβια, στην Καστανιά, στη Βορδόνια που είχαν για πούλημα ολόκληρες στέρνες λάδι, φόρτωναν, μετέφεραν και το πουλούσαν σε χωριά της Γορτυνίας. Ταξίδευαν με γαϊδούρια, μουλάρια και άλογα. Όλος αυτός ο κόσμος, όταν έμενε στο χωριό τα βράδια, διανυκτέρευε σε σπίτια χωρικών ή σε χάνια. Στον Λογκανίκο είχε χάνι ο Πολυζώης Σωτηρόπουλος ή Στράτης, που είχε και μέρος με τροφή για τα ζώα, ξεπέζευαν εκεί οι ξένοι και κοιμόντουσαν χάμου ή επάνω στα άχερα οινοβαρείς, διότι είχε και ταβέρνα και δούλευε αλύπητα το πιοτό με μια δεκάρα το κατοστάρι το κρασί ή δεκαπέντε λεπτά η μισή οκά. Και στον κάμπο του Λογκανίκου υπήρχαν χάνια. Το χάνι Περιβολιωτέικο στον Κάτω Μύλο και το χάνι του Τερτίπη (Χρήστου Μητρόπουλου) στον Μεσιανό μύλο. Από τα χάνια αυτά περνούσαν πολλοί αγωγιάτες, έτρωγαν, έπιναν και αναπαύονταν. Εκεί εύρισκαν καταφύγιο πολλοί φυγόδικοι ζωοκλέφτες κακοποιοί που έτρωγόπιναν, γλένταγαν πάντα αρματωμένοι, πέρναγαν τη βραδιά τους και την ημέρα κοιμόντουσαν στους δασωμένους λόγγους. Οι ζωοκλέφτες έφερναν τη νύχτα στο χάνι τα καλύτερα σφαχτά και το κρέας δεν έλειπε ποτέ από τον χανιάτουρα, και οι περαστικοί έτρωγαν μεζέδες εν αγνοία τους. Εκεί γνωρίζονταν άνθρωποι, κλείνανε συμφωνίες, κάνανε συμπεθεριά, κι όταν μερακλώνονταν, αντιλαλούσε ο βόρειος Ταΰγετος από τα τραγούδια τους».
Ο Χήστος Κορύλλος στο έργο του «Πεζοπορία από Πατρών εις Σπάρτην» αναφέρει χάνια που συνάντησαν στη διαδρομή. Μετά το Κεφαλόβρυσο συνάντησαν το χάνι του Λογκανίκου και μετά, στα Γιωργιτσάνικα Καλύβια, στην Πελλάνα συνάντησαν χάνια κοντά σε άφθονα νερά. Από τα τρία ή τέσσερα χάνια, προτίμησαν για διανυκτέρευση, αυτό του Σιγαλού. Εκεί δεν υπήρχε κρασί ούτε καλή εξυπηρέτηση από την κυρία Σιγαλού στη μαγειρική. Ζήτησαν να τους μαγειρέψει δύο ορνίθια αλλά η ευαίσθητη κυρία Σιγαλού προφασιζόταν ότι δεν μπορούσε να τα συλλάβει γιατί κούρνιασαν ή ότι ήσαν μικρά και άλλες παρόμοιες προφάσεις. Πρότεινε να τους μαγειρέψει τρυφεράδες, δηλαδή χλωρά φασόλια. Ευτυχώς τους έσωσε ένας γείτονας που θυσίασε έναν κόκορα και τον μαγειρέψανε μόνοι τους με πιλάφι, γιατί η κ. Σιγαλού δεν είχε εξασκηθεί σε τέτοιου είδους μαγειρική. Κρασί δεν υπήρχε στο χάνι απ’ ότι φαίνεται το είχε απαγορεύσει η κ. Σιγαλού για να μη γίνεται λιάδα ο άντρας της. Έτσι πήραν κρασί, μαζί με το ρύζι από τα Καλύβια. Μετά το δείπνο ξάπλωσαν στην ύπαιθρο για να αποφύγουν τις «πληγές του Φαραώ» από ψύλλους και κορέους. Στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα ξεκίνησαν για τη Σπάρτη όπου έφτασαν μετά από πέντε ώρες, για να πάνε στο παζάρι του Σαββάτου. Πέρασαν όμως πρώτα από το χάνι του Καρατζά για να ευπρεπιστούν.
Στη Σπάρτη υπήρχε και το χάνι του Μπόγρη για το οποίο μιλάει η Γεωργία Κορζή: «Από το 1944 μέχρι το 1950 που ήμουν εγώ μαθήτρια στη Σπάρτη, στην Κατοχή όπου δε λειτουργούσαν λεωφορεία, όλα τα χωριά εξυπηρετούνταν με το Χάνι του Μπόγρη (σίγουρα λειτουργούσε από ότι έχω ακούσει και πολλά χρόνια πριν). Έρχονταν ο κόσμος για τις δουλειές του στη Σπάρτη, άφηναν τα ζώα τους στο χάνι και τα έπαιρναν όταν τέλειωναν τις δουλειές τους, για να γυρίσουν στα σπίτια τους. Μπορούσαν να μείνουν εκεί τα ζώα και δύο και τρεις ημέρες. Το χάνι του Μπόγρη ήταν στον πιο κεντρικό δρόμο της Σπάρτης. Δίπλα ακριβώς ήταν το καφενείο του Μανωλόπουλου που συναντιόμασταν οι μαθητές από την Καστανιά, γιατί ερχόντουσαν οι γονείς των παιδιών και άφηναν τρόφιμα και διάφορα άλλα. Απέναντι ακριβώς είχε το ιατρείο ο εξαιρετικός οδοντίατρος o Σπύρος ο Λούβης και πολλές φορές θυμάμαι που κατέβαινε να μας ρωτήσει αν είμαστε καλά και αν χρειαζόμαστε κάτι. Αυτό για μας τότε ήταν πολύ σημαντικό».
Τον 19ο αιώνα επί Τουρκοκρατίας πέρασε κύμα περιηγητών από την Ελλάδα που έρχονταν διαβασμένοι, αναζητώντας αρχαίες τοποθεσίες που αναγράφονταν στον Όμηρο, στον Παυσανία, στο χρονικό του Μορέως. Κύριος στόχος του ταξιδιού ήταν η Σπάρτη και ο Μυστράς. Στην παρευρώτεια διαδρομή από όπου περνούσαν οι περιηγητές η Καστανιά δεν είχε χάνι. Όταν χρειαζόταν να περάσουν στη δυτική πλευρά του Ταΰγετου για να επισκεφτούν τα παλάτια του Νέστορα στην Πύλο, πήγαιναν από την κακοτράχαλη Λαγκάδα. Οι ανάγκες οδοιπόρων και περιηγητών που προέρχονταν από τα σύνορα της βόρειας Λακεδαίμονας καλύπτονταν κυρίως από τον Λογκανίκο και την Πελλάνα. Ο περιηγητής Edward Dodwell περιγράφοντας τη διαδρομή από τον οικισμό Άγιος Βασίλης του Λογκανίκου στον Μυστρά γράφει: «συνεχίσαμε το ταξίδι μας και σε τρία τέταρτα με μία ώρα, διασχίσαμε έξι ποταμάκια που όλα κατεβαίνουν από τον Ταΰγετο που υψώνεται ευγενικά στα δεξιά μας. Από αυτά τα ρέματα το τελευταίο έχει σημαντικό μέγεθος, και ονομάζεται Καστανιώτικος ποταμός (Kastaniotikos Potamos στο κείμενο) καθώς πηγάζει κοντά στο χωριό Καστανιά». Ο περιηγητής αυτός περνάει από τον Λογκανίκο, την Πελλάνα και το Χαράκωμα (Παρδάλι).
Ντόπιοι πεζοπόροι και ξένοι περιηγητές καταγράφουν τις εντυπώσεις τους αναπτύσσουν την ταξιδιωτική λογοτεχνία από την οποία αντλούμε εκτός των άλλων και πληροφορίες για τα χάνια. Ο φιλέλληνας Σατωβριάνδος στο «Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ», 1806-1807 συμπεριλαμβάνει το «Ταξίδι στην Ελλάδα».
Ο Σατωβριάνδος κατευθύνθηκε βιαστικά προς τη Σπάρτη, περνάει από την Τρίπολη, φτάνει στον Ταΰγετο και από τις πλαγιές του κατεβαίνει στον Μυστρά. Ήρθε το 1806 δηλαδή στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και δεν ταξίδευε μόνος του. Παρακάτω παρατίθενται αποσπάσματα που δείχνουν την ανάγκη να υπάρχουν χάνια για να σταλίζουν άνθρωποι και ζώα. «Ο αγάς θα μου έδινε ένα άλογο και έναν γενίτσαρο για να με οδηγήσει στην Κορώνη στον Γάλλο πρόξενο», «ζώστηκα μέσ’ από τα ρούχα μου μια ζώνη, έκλεισα σ’ αυτή ό,τι είχα σε χρυσάφι και πήρα έναν άνθρωπο που μιλούσε λίγο τα νέα ελληνικά που δέχτηκε για ένα συμφωνημένο ποσό να μου κάνει τον ξεναγό», «στις τρεις το πρωί ο γενίτσαρος που μου είχε δώσει ο αγάς με ειδοποίησε πως πρέπει να φύγουμε…μπροστά πήγαινε ο Έλληνας οδηγός τραβώντας ένα άλογο από το σκοινί, εφεδρικό…πίσω ερχόταν ο γενίτσαρος… ακολουθούσα εγώ και μετά ο Ιωσήφ», «βαδίζαμε στην κοίτη ενός ξεροπόταμου, και στον όχτο της ξεροποταμιάς συναντήσαμε ένα χάνι. Εκεί αφήσαμε τα άλογά μας να ξαποστάσουν ύστερα από δώδεκα ώρες δρόμο.
Για τροφή δεν βρήκαμε παρά μόνο λίγα αμύγδαλα και κατσικίσιο γάλα», «βρήκαμε άλλο χάνι άθλιο σαν το προηγούμενο, αν και το στόλιζε τουρκική σημαία. Ήταν τα μόνα χάνια που συναντήσαμε σε απόσταση είκοσι δύο λευγών. Η πείνα και η κούραση μας ανάγκασαν να μείνουμε στο βρομερό αυτό καταγώγιο περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα. Ο ξενοδόχος ένας γέρος Τούρκος κατσουφιασμένος καθόταν σ’ ένα κελάρι πάνω από τους στάβλους του χανιού. Οι κατσίκες ανεβαίνοντας ως εκεί κόπριζαν τριγύρω του. Ένα κακομοιριασμένο Ελληνόπουλο, μας έφερε γάλα πρόβειο σ’ ένα δοχείο που προκαλούσε αηδία. Αναγκάστηκα να βγω από το κελάρι για να πιω το γάλα με την ησυχία μου , όπου οι κατσίκες με τα κατσικάκια τους με πολιορκούσαν για να μου αρπάξουν ένα κομμάτι παξιμάδι που κρατούσα… Είχα φάει με τους άγριους της Αμερικής, με βεδουίνους μα πουθενά δεν απάντησα τίποτα που μπορούσε να συγκριθεί με το πρώτο αυτό χάνι της Λακωνίας».
Τα χάνια είχαν χώρους για διανυκτέρευση των ταξιδιωτών, αλλά οι συνθήκες ήσαν άθλιες από καθαριότητα και εξυπηρέτηση.
Ο Άγγλος περιηγητής Τζον Στιούαρτ Μιλ στις 23 Μάρτη του 1855 γράφει στη γυναίκα του μεταξύ άλλων για ένα χάνι στο Γιωργίτσι «…η σύγκρισή του με τον χειρότερο αγγλικό αχυρώνα θα ήταν τιμητική γι’ αυτό. Οι ψύλλοι τρέχουνε σε όλο μου το κορμί και με τσιμπάνε συνέχεια… αλλά νιώθω ευχάριστα σήμερα και δεν είμαι καθόλου κουρασμένος».
Tο 1805, ο Βρετανός William Martin Leake (1777-1860) τοπογράφος του Βρετανικού Στρατού και ακαδημαϊκός, ξεκινά ένα ταξίδι στην Πελοπόννησο με σκοπό να επισκεφθεί αρχαιολογικούς τόπους και να περιγράψει την ιστορική γεωγραφία της περιοχής. Το έργο του «Ταξίδια στον Μοριά» με χάρτη και σχέδια τυπώθηκε στο Λονδίνο το 1830 σε τρεις τόμους. Το ημερολόγιο αυτό γράφτηκε επί Τουρκοκρατίας, αλλά τυπώθηκε όταν πια ο Μοριάς ήταν ελεύθερος. Δεν περιγράφει στάση και παραμονή σε χάνι ούτε με πόσα ζώα ή με ποιους ταξιδεύει. Είναι αυτονόητο πως έχει και αποσκευές, για το δεύτερο ταξίδι του το 1806 που κράτησε έναν μήνα σχεδόν. Μόνο αναφέρει τον γενίτσαρο Amus που τον βοήθησε να φτιάξει χάρτη των χωριών.
Αναφέρεται στην Ξεροβούνα, στην Κονιδίτσα στα Ντεμίρια, στην Καστανιά στη Βορδόνια, στο Καστρί, στο Γιωργίτσι, στα Περιβόλια, στην Πελλάνα, στο Χαράκωμα (Παρδάλι), στον Καστανιώτικο ποταμό (Βρυσιώτη) που κατεβαίνει από ένα βραχώδες φαράγγι ανάμεσα σε Καστρί και Γιωργίτσι και κατευθύνεται στον Ευρώτα. Βρίσκεται σε προχωρημένο υψόμετρο της οροσειράς του Ταϋγέτου σε μια πολύ απότομη και υψηλή θέση. Η ψηλότερη κορυφή αυτού του τμήματος της οροσειράς ονομάζεται Κορακολίθι ή Μαλεβό από το σλάβικο αρσενικό βουνό. «Το Γεωργίτσι είναι ένα μεγάλο ελληνικό χωριό, ανάμεσα σε πολλούς κήπους και καλλιεργημένες πεζούλες. Στους πρόποδες του ίδιου υψώματος βρίσκονται τα Περιβόλια, κατοικημένα από Τούρκους, και περίπου έξι ελληνικές οικογένειες. Υπάρχει ένα τζαμί, και τα σπίτια είναι όμορφα διασκορπισμένα μέσα σε μεγάλες καλλιέργειες μουριάς και ελιάς». …
«Η καλύτερη διαδρομή αυτή την εποχή και γενικά όποτε υπάρχει χιόνι, είναι από την Καστανιά μέχρι την Σίτσοβα (σημερινή Αλαγονία), μια απόσταση τριών ωρών: η πρώτη βρίσκεται πίσω από το Καστρί, η τελευταία βρίσκεται ανάμεσα σε ελαιόδεντρα, στην απέναντι πλαγιά του βουνού, σε απόσταση τριών ωρών από την Καλαμάτα. Τρύπη, Βορδόνια και Καστρίτζι ή Καστρί, που βρίσκονται στην ανατολική πλευρά του Κορακολιθίου, όλα αναφέρονται από τον Γεώργιο Φραντζή ότι αντιστάθηκαν και κατελήφθησαν από τον Μωάμεθ τον Δεύτερο, το 1460, αφού κατέλαβε τον Μυστρά»…
«Διασχίζουμε έναν άλλο παραπόταμο του Ευρώτα. Στις 9:42 περνάμε άλλη μια πλούσια Κεφαλόβρυση, όπου υπάρχουν και μερικά αρχαία τετράγωνα λιθάρια και ένα μικρό κομμάτι θεμέλιου στη θέση του, στην άκρη της πηγής. Εδώ είναι και τα ερείπια ενός χανιού».
Ο Chapter γράφει για ένα χάνι στο δρόμο Τρίπολης- Σπάρτης: «όσο μπορούσε να διαπεράσει το μάτι, το σκοτεινό εσωτερικό παρουσίαζε μια μπερδεμένη μάζα από παιδιά, γουρούνια, πουλερικά, πιθάρια λαδιού, φλούδες, κλωστές κρεμμυδιών, σύκα, βρωμιά, μυρωδιές…
Πιο κάτω ήταν το γνωστό ως σήμερα "χάνι του Βουρλιά" που το χρησιμοποιούσαν όσοι πήγαιναν στον σιδηροδρομικό σταθμό στο Ρούτσι ή στην εμποροζωοπανήγυρη της Τεγέας. Εδώ σταθμεύανε Μανιάτες που πήγαιναν με τα πόδια στην Τεγέα για να πουλήσουν μουλάρια. Ταξίδευαν από τις τρεις και τέσσερις το πρωί. Ποτίζανε τα ζώα τους που αναπαύονταν σε στάβλους ή σε περιφραγμένη αυλή. Το εσωτερικό από αυτό το χάνι απεικονίζεται στο σχέδιο που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου του Edward Giffard "A short visit to the Ionian islands, Athens, and the Morea".
Από τα χάνια περνούσε κάθε καρυδιάς καρύδι, αγωγιάτες, χωρικοί και κτηνοτρόφοι, πλούσιοι και φτωχοί, έμποροι και πραματευτάδες, γυρολόγοι που αναγκάζονταν να διανύουν μεγάλες αποστάσεις. Στις εμποροπανηγύρεις, οι εμπορευόμενοι μετέφεραν τις πραμάτειες τους. Οι τσελιγκάδες κουβαλούσαν με τα αλογομούλαρα τα τυροκομικά τους προϊόντα. Τα χάνια ήσαν φτωχικά με χαμηλής ποιότητας υπηρεσίες. Βρίσκονταν στην ύπαιθρο σε στρατηγικά σημεία διαδρομών.
Με την ανακήρυξη του ελεύθερου κράτους το 1830, η Ελλάδα δεν είχε υποδομές και οι μετακινήσεις πραγματοποιούνταν σε ώρες, μέρες και εβδομάδες. Τα ταξίδια την εποχή εκείνη περιελάμβαναν ολονύχτιες στάσεις σε χάνια (πανδοχεία), σπίτια, μοναστήρια κ.λπ. για ύπνο και ξεκούραση των ταξιδιωτών και των αλόγων. Ο Μαυροκορδάτος το 1818 ταξιδεύει με άμαξα από την Πίζα στη Φλωρεντία χρειάζεται 8 ώρες, δηλ. με σχεδόν 10 χλμ. την ώρα. Μετά τρία χρόνια ταξιδεύει από το Μεσολόγγι προς τη Βυτίνα Αρκαδίας, μια διπλάσια απόσταση, με μια σύντομη διέλευση του Κορινθιακού Κόλπου και το ταξίδι διαρκεί 14 ημέρες, δηλαδή γίνεται με ταχύτητα μισό χιλιόμετρο την ώρα που σημαίνει πως δεν υπήρχε μονοπάτι για να πάει κάποιος από τον Κορινθιακό Κόλπο στην ορεινή Αρκαδία.
Αυτός που έχει το χάνι λέγεται χανιτζής, χαντζής ή χανιάτουρας. Η λέξη προέρχεται από το Περσικό Han.
Τέτοια καταλύματα υπήρχαν από την αρχαιότητα και διατηρήθηκαν σε ακμή μέχρι τα βυζαντινά χρόνια. Στην Κωνσταντινούπολη τη βασιλίδα των πόλεων, το σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, υπήρχαν εκατοντάδες χάνια. Το χάνι ήταν ένα πανδοχείο για κατάλυση οδοιπόρων. Ήταν κτισμένο κοντά σε δρόμο πέρασμα και πρόσφερε κατάλυμα τροφή, ενδεχομένως και ψυχαγωγία σε ταξιδιώτες, πλανόδιους τεχνίτες και εμπόρους.
Ο Παυσανίας στις περιηγήσεις του, μαζί με τον συνοδό του και τα ζωντανά τους ξεπέζευαν σε χάνια, εκεί ξεκουράζονταν, διανυκτέρευαν και από τους χαν(ι)τζήδες μάθαιναν την ιστορία του τόπου. Στην Καινή Διαθήκη κάνουν την εμφάνιση τους, στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, ο οποίος εμπιστεύθηκε την περιποίηση του «εμπεσόντος εις τους ληστάς» οδοιπόρου, σε ένα χάνι-πανδοχείο. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, τα χάνια είχαν μεγάλη ανάπτυξη, καθώς πολλαπλασιάστηκαν για να καλύψουν τις αυξανόμενες ανάγκες των ταξιδιωτών και των εμπόρων. Στην Τουρκοκρατία πασίγνωστα ήσαν το Χάνι της Γραβιάς και του Σκορδά το Χάνι.
Οι εποχές άλλαξαν και ήρθε το αυτοκίνητο. Στη διαδρομή Σπάρτη Τρίπολη υπήρχε τον προηγούμενο αιώνα το Χάνι της Χρήσταινας που το θυμούνται οι σημερινοί ογδοντάρηδες, πάνω, κάτω. Επίσης στην ίδια διαδρομή από τον παλιό δρόμο, οι οδηγοί αυτοκινήτου βέβαια, σταματούσαν στου Παπαντώνη ή στου Αρδάμη για να πάρουν μια ανάσα μετά την οδυνηρή εμπειρία του Αχλαδόκαμπου με τις πολλές στροφές.
Ποίημα του λογοτέχνη-ποιητή Νικ Αρβανίτη από τον Άγιο Κωνσταντίνο που δημοσιεύτηκε Στη ΦΩΝΗ των Λακεδαιμονίων τον Οκτώβριο του 1985.
ΤΟ ΧΑΝΙ
Σε μια στροφή της δημοσιάς, πλάι από ένα πλατάνι
γέρικο στέκει χάλασμα, το αξέχαστο το χάνι.
Πόσοι περάσαν απ’ αυτό, να φαν’ να κοιμηθούνε
και με το γλυκοχάραμα πάλι να ξεκινούνε;
Πόσοι γνωστοί και άγνωστοι δεν δώσανε το χέρι
άλλοι κουμπάροι να γενούν και άλλοι συμπεθέροι.
Χρόνια περνούσανε πεζοί με αγώγι οι αγωγιάτες
πότε να κουβαλούν κρασί ή λάδι ή πραμάτειες.
Τούρκοι επέρασαν πολλοί, δερβίσηδες, πασάδες
και οι γραικοί μ’ έναν καημό τους κάναν τεμενάδες.
Πολλά μυστικά έκρυβε ο χαντζής χωρίς να μαρτυράει,
στο χάνι ποιοι επέρασαν και τι είχανε φάει.
Το χάνι ήταν ιερό για πρόβατα για λύκους
κι ο ένας τον άλλο κοίταγε τι έχει στο σακί του.
Τώρα δεν υπάρχει δημοσιά, εκλείσανε οι στράτες
ούτε μουλάρια με ασκούς, μα ούτε κι αγωγιάτες.
Τώρα μ’ ένα παράπονο μένουνε ρημαγμένα,
φίδια κι αρπακτικά πουλιά, μέσα είναι τρυπωμένα.
Κάποτε πέρασα κι εγώ να πάω κοντά στο χάνι
και λίγον ύπνο έπαιρνα στο γέρικο πλατάνι.
Πόσοι δεν ετραγούδησαν, δεν είπαν τραγουδάκια
με λίγο αγνό, παλιό κρασί κι έρχονταν στα μεράκια;
Τώρα έσβησε η δημοσιά ακόμα κι απ’ τον χάρτη,
τα μέσα κι ο πολιτισμός, τους βράχους κάναν στάχτη.
Πέρασ’ απ’ αλλού η δημοσιά μακριά από το χάνι
μακριά απ’ την κρυόβρυση, μακριά απ’ το πλατάνι!...
Θεοδώρα Πελεκάνου-Δαρειώτη, φιλόλογος

