header kastoreioportal copy1

photo 061 copy- Αχ, μυλωνά μου, άλεσε το άλεσμά μου.
- Δεν έχω καιρό, δεν έχω νερό
πάρε το άλεσμά σου και σύρε στο καλό.



Η περιοχή των Βορείων Δήμων και ειδικά το Καστόρι έχουν ισχυρά δείγματα προβιομηχανικής δραστηριότητας με επίκεντρο την υδροκίνηση. Η υδάτινη ενέργεια χρησιμοποιήθηκε στη θέση της μυικής δύναμης.
Πρωτοποριακή ήταν η εγκατάσταση παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος με το νερό του ποταμού Κάστορα.

Με τα νερά του Πισαγιάννη και του Άγιου Μάμα, δούλευαν δώδεκα Καστανιώτικοι νερόμυλοι.
1) ο Παρασκευοπουλαίικος στον Πισαγιάννη,
2) των Τζελέπη και Κουτρουμπή λίγο έξω από το χωριό,
3) των Σκαρλατίνη- Γαρουφάλη,
4) του Τζωρτζάκη,
5) η κρέμαση στον Καΐτσα,
6) στον Άγιο Αθανάσιο στις Μάντρες,
7) του Ξιάρχου στην Κούρνιζα,
8) στα Καρακλέικα της Γιωργαντωνούς,
9) ο καλογερικός στον Άγιο Μάμα,
10) του Κουτρουμπή,
11) του Πεϊμανίδη στα Σερβέικα, και
12) του Αλεβίζου στα Τρία Αυλάκια.

Αξίζει εδώ να θυμηθούμε το δημοτικό τραγούδι «εγώ είμαι η βλάχα η έμορφη» που αναφέρεται σε 12 μύλους.

Αφήνω γεια στις όμορφες και γεια στις μαυρομάτες,
Εγώ θα πάω στα Γιάννενα, στου μπέη τα σαράγια.
-Γεια σου, χαρά σου μπέη μου, -καλώς τηνε τη βλάχα.
-Εγώ είμαι η βλάχα η όμορφη κι η βλάχα η παινεμένη,
πόχω τα χίλια πρόβατα, τα πεντακόσια γίδια,
στο ’να βουνό είν’ τα πρόβατα, στ’ άλλο βουνό είν’ τα γίδια,
κι ανάμεσα στα δυο βουνά, δώδεκα μύλοι αλέθουν.
Οι έξι αλέθουν με νερό, και οι έξι με το γάλα,
και στον αφρό του γάλατος, τρία κορίτσια πλένουν,
το ’να πλένει τους άρρωστους, τ’ άλλο τους πληγωμένους,
το τρίτο το καλύτερο, τους αρρεβωνιασμένους.

Οι πληροφορίες για τους μύλους της Καστανιάς συγκεντρώθηκαν το 2008 και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Πολυδεύκης».
Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι και άλλαξαν πολλά.
Το σπουδαίο είναι πως ο καλογερικός μύλος στον Αγιο-Μάμα που ξέραμε και σφαλίσαμε την εικόνα του μέσα μας, τώρα είναι εγκαταλειμμένος χωρίς σκεπή, πνιγμένος στα βάτα.
Επίσης δεν ισχύει η χρονολογία ανέγερσης, 21 Μαρτίου 1827. Ο υπερδραστήριος αλλά και φιλόδοξος ιερομόναχος Παγκράτιος ενσωμάτωσε στον τοίχο του μύλου αναθηματική πλάκα που έγραφε: «Ανηγέρθη ο παρών μύλος δι’ επιμελείας του ταπεινού καθηγουμένου Παγκρατίου και δι’ εξόδων του ιερού Μοναστηρίου και των βοηθούντων» φέρει χαραγμένη δε την ημερομηνία 21 Μαρτίου 1827. Πιθανώς να αναφέρεται σε ανακαίνιση του μύλου και κατασκευή(;) τη κρέμασης.

Όμως; εκκλησιαστικά έγγραφα που ήρθαν πρόσφατα σε φως βεβαιώνουν πως ο μύλος υπήρχε αρκετά πριν το 1700.
Οι Ενετοί κατέλαβαν την Πελοπόννησο από το 1668 και για να οργανώσουν το φορολογικό τους σύστημα αποφάσισαν να συντάξουν κτηματολόγιο. Η Ενετοκρατία κράτησε μέχρι το 1715 και ήταν ένα μικρό διάλειμμα μέχρι τη Δεύτερη Τουρκοκρατία. Το 1669 ο προνοητής Grimani έδωσε εντολή να απογραφούν ο πληθυσμός και κτηματικές περιουσίες. Η εκκλησία ήταν το μόνο οργανωμένο σώμα που μπορούσε να δώσει πληροφορίες.

Ο Νικ. Σαντάς που έχει γιαγιά Καστανιώτισσα, ερεύνησε τα ενετικά αρχεία για την Πελοπόννησο και στον τελευταίο φάκελο των εκκλησιαστικών εγγράφων έκανε μια σπουδαία ανακάλυψη.
Το αρχείο περιείχε δύο επιστολές που η μεν πρώτη υπογραφόταν από τον ηγούμενο της Μονής Καστρίου παπά Παρθένιο Χαρόπουλο με ημερομηνία 23 Μαΐου 1669, και η άλλη επιστολή υπογραφόταν από τους τοπικούς κληρικούς της Βορδόνιας Παπά Λούμο Παχύγιαννη και τον παπά Ιωάννη Ξυπόλυτο με ημερομηνία 10 Μαΐου 1669. Σε αυτές τις επιστολές προς τους Ενετούς οι ιερείς έκαναν πλήρη καταγραφή της ιερής περιουσίας που βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή.
Ιδιαίτερη αναφορά γινόταν στα Μετόχια της μονής, στον νερόμυλο του Άγιου Μάμα, τους ελαιώνες και τα άλλα κτήματα. Επισημαίνεται δηλαδή πως ο ιερομόναχος Παγκράτιος δεν θεμελίωσε εξ αρχής αλλά ανακαίνισε τον ήδη προϋπάρχοντα μύλο.
Η αναφορά στον αγιοΜαμίτικο μύλο είναι η εξής: "Ένας μήλος κύμενος στον Άγιον Μάμαν αφιερωμένος στο μοναστήριον της Θεοτόκου της Καστρίτισας από τον ποτέ Πυθεκούη με χοντζέτι τουρκικόν, νεροτριβήν μιαν κύμενην σιμά εις το άνωθεν μήλον αφιερωμένα από τον ποτέ Πάπα Σαμουήλ με χοντζέτια τρία Τουρκικά".
Αξιοσημείωτο είναι πως στο ίδιο έγγραφο αναφέρονται και "Παλιομήλια δύο κύμενα στου Στραβοσκιάδη και τα λοιπά στο καλογερικόν ποτάμι αφιερωμένα εις την άνωθεν Θεοτόκον έκπαλαι χωρίς σκρίτον". Προφανώς αναφέρεται σε υδρόμυλους που βρίσκονται στη θέση Τρουποσκιάδη (;) και στο καλογερικό ποτάμι. Οι μύλοι αυτοί δεν έχουν εντοπισθεί.

Παραθέτουμε αφήγηση του Παναγιώτη Ξυδιά που έχει σχόλια και ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τους 12 μύλους που αναφέρθηκαν στην αρχή.
«Στην Καστανιά οι νερόμυλοι  που υπήρχαν κινούνταν κυρίως ή από το νερό του Πισαγιάννη ή από του Άγιου Μάμα. Οι μύλοι που δούλευαν από την πηγή του Αϊ-Γιάννη ήταν:
Ο Παρασκευοπουλαίικος κοντά στην πηγή του Πισαγιάννη,
ο συνεταιριστικός του Γιάννη Κουτρουμπή με τον Παναγιώτη Τζελέπη κοντά στη γέφυρα που τους κούστισε η κρέμαση. Τον νερόμυλο τον δούλευε μία βδομάδα ο ένας μία ο άλλος, μέρα νύχτα. Σήμερα από τον μύλο του Τζελέπη υπάρχουν τα χαλάσματα. Από τη χούρχουλη συνεχούσε το νερό πλάγια-πλάγια σε άλλη κρέμαση.
Πριν από η γέφυρα, περίπου εκατό μέτρα πιο κάτω ήταν ο μύλος του Γιαννακιά που έπαιρνε το νερό από τη χούρχουλη του μύλου του Τζελέπη. Ο μύλος του Γιαννακιά, ήταν κτισμένος κοντά στο πόδι της γέφυρας. Έχουμε ένα μικρό χωραφάκι που έβαλε ο πατέρας μου καρυδιές. Τινάζαμε πάνω από τη γέφυρα. Εκεί ήταν σε μια γωνιά ένα
χτίσμα με μπινά, με χώμα, καραμπινάς. Έτσι ανακαλύψαμε τον ερειπωμένο μύλο του Γιαννακιά. Τον μύλο αυτό τον πήρε το ποτάμι με την μεγάλη κατεβασιά,  και το μόνο που είχε μείνει ήταν μια μικρή γωνία από το κτίριο του μύλου, που φαινόταν, και που πέρναγε από πάνω της το ποτάμι. Ο Γιαννακιάς είχε κάποια φιλενάδα και είχε κι έναν πασπαλιάρη βοηθό τον Τσαγγούρη που έμενε τους καλοκαιρινούς μήνες μέσα στον μύλο. Πήγαινε ο Τσαγγούρης να κοιμηθεί και δεν του άνοιγε ο Γιαννακιάς λέγοντάς του, πως δεν είναι αυτός. Ο Τσαγγούρης την νύχτα πήγαινε στο κήπο της Δεσποίνης και της έκλεβε τα αγγούρια. Μετά από δύο τρεις μέρες που τον είδε η Δεσποίνη του είπε: -Κερατά Τσαγγούρη, ήρθες απόψε πάλι στον κήπο για αγγούρια. Ήρθε η μεγάλη κατεβασιά, πήρε δυο μύλους εκείνον και του Τζωρτζάκη.
Πριν του Τζωρτζάκη ήταν του Σκαρλατίνη του Στράτη. Ο Σκαρλατίνης είχε λιοτρίβι στο Σαπικό, εκεί που έχει ο Πατσατζής το χωράφ,ι και είχε τα καλύτερα λιθάρια, Γαλλικά. Αυτόν τον μύλο τον αγόρασε ο πατέρας του Γιάννη Γαρουφάλη, από την Αμερική. Ο μύλος υπάρχει, είναι ο γνωστός μύλος του Γαρουφάλη. ΄Εχει δύο περιβολάκια και μια πελώρια πλατάνα στην αυλή.
Πιο κάτω ήταν του Τζωρτζάκη. Τον μύλο τον πήρε το ποτάμι με την κατεβασιά. Λέγανε πως μαζί με τον μύλο πήρε και το μυλωνόπουλο που ήταν μέσα και πως το βρήκαν στον Ευρώτα, στα Παλιούρια.
Στα Τρία Αυλάκια, πιο πάνω από το προσκυνητάρι του Αγίου Νεκταρίου, ήταν ο μύλος του Αλέξη Πάντου. Δούλευε από το νερό του Πισαγιάννη. Τον λέγανε ο μύλος του Αλεβίζου από τον θόρυβο του λιθαριού, γιατί όπως δούλευε έκανε, αλεβίζ, αλεβίζ….
Εδώ τερματίζουν οι μύλοι που δούλευαν με το νερό του Αϊ-Γιάννη.

KANON TSAI 541 copyΑπό το νερό του Αγίου Μάμα δούλευαν οι μύλοι:
Ο καλογερικός μύλος του Καλλιάνη που είχε και νεροτριβή (εκεί ήταν και λιτρουβιό που δούλευε με ένα λιθάρι). Ο μύλος ήταν του μοναστηριού και τον αγόρασε ο Καλλιάνης. Τον νοικίαζε για πολλά χρόνια στον Γεώργιο Μενίδη. Σήμερα είναι των κληρονόμων Καλλιάνη.
Ο μύλος του Μήτσου του Κουτρουμπή που είχε και νεροτριβή. Το νερό το έπαιρνε από την νεροτριβή του πρώτου μύλου, του μοναστηριού, με κάναλη και το πέρναγε απέναντι στο μυλαύλακο του κάτω μύλου. Εδώ μεσολαβούσε η Γκούρνιζα και επειδή ήσαν τα χασάπικα, ήσαν παλιόνερα.
Στις Μάντρες λένε ότι υπήρχε μύλος, ακριβώς στο χωράφι του Λάμπρου του Κραμποβίτη, υπάρχει μια βρυσούλα εκεί.
Στα Καρακλέϊκα κοντά στον Άγιο-Θανάση ήταν o μύλος της Γιωργαντωνούς, φαίνεται η κρέμαση.
Στο τέρμα στου Καΐτσα ήταν ο μύλος του Τζωρτζάκη. Σήμερα την τοποθεσία την λένε «Κρέμαση» και φαίνονται ακόμη τα τοιχία της κρέμασης. Από το νερό του Άγιου Μάμα ποτιζόταν ένα μέρος του κάμπου και μετά, το νερό πήγαινε στο αυλάκι για να αλέθει ο μύλος. Τα χωράφια που δεν ποτιζόνταν τα είπαν Ξεροκάμπια. Κάποτε επαναστατήσανε οι Ξεροκαμπίτες για το νερό. Δέχτηκε ο Τζωρτζάκης να κόψει το νερό από τον μύλο, για να ποτίζουν τα χωράφια τους αλλά ζήτησε να έχει δικαίωμα να ποτίζει «φούγες» και βραγιές, για να έχει κήπο το μεγαλύτερο χωράφι, το οποίο δικαίωμα έχει έως σήμερα. Το νερό έφευγε κατευθείαν από τον Άγιο Μάμα για να δουλεύει ο μύλος.
Στην Γκούρνιζα υπήρχε ο μύλος του Ξιάρχου, που ήταν χειμωνιάτικος, και άλεθε όσο είχε νερό η Γκούρνιζα.
Στα Σερβέικα ήταν μύλος που άλεθε μέχρι τελευταία».

Με την αφήγηση του Παναγιώτη Ξυδιά για την νεροποντή που παρέσυρε τον μύλο του Τζωρτζάκη μαζί με το μυλωνόπουλο, συμφωνεί το ημερολόγιο του Γ. Αντωνάκη που γράφει: «Την 26η Σεπτεμβρίου 1904 έβρεξε ραγδαίως, ώστε παρέσυρε και τον υδρόμυλον Τζωρτζοπαναγιωτοπούλων. Την 2α Νοεμβρίου εχιόνισεν ενταύθα μέχρι παλάμης».

photo 145 copyΟ καλογερικός μύλος στον Άγιο Μάμα
«Ο μύλος ανήκε στο μοναστήρι. Ξεκίνησε να γίνεται το 1816 και τελείωσε το 1827 με τον Παγκράτιο. Υπάρχει  και η πλάκα που το γράφει. Το 1916 ο παππούλης μου ο Διονύσης ο Μενίδης που ήταν μυλωνάς, πήρε το μύλο από το μοναστήρι και τον κράτησε μέχρι το 1926. Του είπαν να τον αγοράσει αλλά δεν δέχτηκε επειδή ήταν της Παναγίας. Μετά τον πήρε ο Αγγελής ο Διπλάρης μέχρι το 1934. Από τότε τον ανάλαβε ο πατέρας μου ο Γιώργης Μενίδης μέχρι το 1984 που πέθανε. Ούτε κι αυτός δέχτηκε να τον αγοράσει. Το μύλο τον αγόρασε ο Μήτσος ο Καλλιάνης που ήταν στην Αμερική. Αυτός τον άφησε στον Δημητράκη τον Καλλιάνη (τον αγρότη) και στη Γιαννούλα Κραμποβίτη- Καλλιάνη. Μετά το 1984 ανέλαβα εγώ (ο Βασίλης Μενίδης) και τον κράτησα μέχρι το 1988-89. Το 1989 παρέδωσα τα κλειδιά στους ιδιοκτήτες. Συνιδιοκτήτες ήσαν ο Δημητράκης ο Καλλιάνης (αγρότης) με τον Χαράλαμπο Κραμποβίτη, εκεί δίναμε εμείς τα ενοίκια.
Τώρα ο μύλος σχεδόν γκρέμισε και η νεροτριβή καθώς και η κρέμαση. Η δε κρέμαση που είναι ετοιμόρροπη να πέσει, έχει καμάρες. Οι δύο είναι με ξεροπεζούλες για τους σεισμούς. Στη δεύτερη την ανοικτή πολύ, παλιότερα που δεν το θυμόνται ούτε οι γονείς μου υπήρχε η νεροτριβή.
Ο μύλος δούλευε ασταμάτητα με βάρδιες μαζί με τη μητέρα μου σε εικοσιτετράωρη βάση, τα χρόνια της Κατοχής μέχρι το 1955. Σταματούσε μόνο όταν ήθελε ο πατέρας μου να τον χαράξει, να κάνει δόντια για να αλέθει το στάρι (χάραγμα). Τον χάραζε με το μυλοκόπι που το πηγαίναμε κάθε τρεις μέρες στο γύφτο για να το τροχίσει. Ερχόντουσαν για άλεσμα από το Λιοντάρι, την Αγόριανη… τραγουδώντας ερχόντανε. Καθόντανε και δυο μέρες στο μύλο για να αλέσουν. Ο καθένας έφερνε ό,τι είχε (όπως πατάτες). Η μυλωνού έφτιαχνε εξήντα κιλά ελιές. Οι μύλοι είχανε σπίτι για τη φαμελιά του μυλωνά.. (Ο πατέρας του Μήτσου όριζε το μισό μύλο του Τζελέπη). Ο μύλος είχε πολλή δουλειά. Στην κατοχή ο μύλος άλεθε βελάνια, λούπινα, αγκόρτσα και αλάτι από την Καλαμάτα. Το άλεθε ο πατέρας μου και για αλεστικό κρατούσε αλάτι ενώ στα άλλα αλέσματα κράταγε το 8% (στάρι, καλαμπόκι, κριθάρι και βρώμη για τα ζώα). Αυτό γινότανε όλο το χρόνο. Τα κατοχικά χρόνια δεν μπόραγε να περάσει ούτε μικρό παιδί από τα πολλά ζώα. Η μεγάλη κρέμαση έκοβε 170-180 κιλά την ώρα, ενώ οι άλλοι με τη μικρή κρέμαση κόβανε το μισό, γιαυτό είχαμε πολλή δουλειά.
Δίπλα από τον μύλο ήταν ρετσιγγιά και πίναν τσίπουρο. Κοντά στο σπίτι του Τσούτσουρα που ήταν του μοναστηριού, υπήρχε τσιπουράδικο. Το τσιπουράδικο ήταν μια απλή λόντζα που δούλευε για είκοσι μέρες ή ένα μήνα. Οι καζάνες ήταν του μοναστηριού, δεν τα είχε όποιος κι όποιος. Καλά καζάνια είχε ο Βαγγέλης ο Μελάς που τα νοίκιαζε, το μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής και ο Δημητρακάκης. Μάλιστα μια από τα Σερβέικα πήγαινε για τσίπουρο στον Δημητρακάκη και τη ρωτάγανε
- Πού πας Γιωργίτσα;
-.Τρακάκη, Τρακάκη (δηλ. στον Δημητρακάκη).
- Τι πας να κάνεις;
- Φούσκωμα…
πήγαινε να πιει τσίπουρο για να ξεφουσκώσει το στομάχι της.
Εμείς τα παιδιά κυλιόμασταν στα τσίπουρα. Και πόσους βρίσκαμε το πρωί πα' στα τσίπουρα! Εκεί παίζαμε, εμείς, στο μύλο μεγαλώσαμε.
Αναστηθήκαμε στα νερά πάνω από τη χούρχουλη. Εκεί ζούσαμε μέχρι το '48 που πήγαμε στο σπίτι μας. Εκεί μέναμε χειμώνα- καλοκαίρι της Κατοχής τα χρόνια. Όταν σταμάταγε ο μύλος όλα τα παιδιά ξυπνάγαμε γιατί δεν ακουγόταν το βαρδάρι του μύλου που μας νανούριζε.
Τότε μαζεύανε το αλεύρι και το βάζανε στα σακιά. Η άλεση ήταν ολική και μετά γινόταν το κοσκίνισμα με κρισάρες. Το ψιλό, πάσπαλη, ήταν για χυλοπίτες ενώ για γλυκό τραχανά έκοβαν τον καρπό στα τέσσερα. Αντισήκωνε την πέτρα με το εργαλείο για να τρίβει τον καρπό χοντρά.

Για να δουλέψει ο νερόμυλος χρειάζεται πολύ νερό τρεχούμενο με πίεση. Το νερό έρχεται από την κρέμαση (αυλάκι) και πηγαίνει στο μυλοβάγενο.
Το μυλοβάγενο ήταν πάντα ξύλινο και λειτουργούσε σαν κλειστός καταρράκτης. Στο κάτου μέρος ήταν ένας χοντρός κορμός μεγάλου δέντρου, με σκάψιμο στρογγυλό το κωλοσκάφιδο , για να μη σπάζει από την πίεση του βαγενιού. Το βάνανε με τάβλες που λεγόντανε πετσώματα.

Στο κάτου μέρος στο κωλοσκάφιδο υπήρχε το προχώνι που είχε διάμετρο 6 πόντους, στρογγυλό να βγαίνει με πίεση το νερό και να γυρίζει η φτερωτή. Το προχώνι ανάλογα με το νερό το χειμώνα είναι μεγαλύτερο και το καλοκαίρι μικρότερο. με αυτό ρυθμίζεται η ροή του νερού για να βαράει με μεγάλη πίεση τη φτερωτή. Αυτή ρυθμίζεται με δυο βεργούλες που λέγονται νεροζύγια. Η φτερωτή συνδεόταν μ' ένα ξύλο το αδράχτι που με τη σειρά του ενωνόταν με το επάνω λιθάρι σε μια σιδερένια βάση ονόματι χελιδόνα.    Έτσι όταν γύριζε η φτερωτή, από το αδράχτι και τη χελιδόνα που ήταν βαλμένα στο απάνου λιθάρι γύριζε και η μυλόπετρα. Υπάρχει το πανωλίθι και το κατωλίθι. Η κάτου πέτρα ήταν στρογγυλή, σταθερή και φτιαγμένη από πέντε μυλόπετρες που συνδέονταν απ' έξω με στεφάνι. Η επάνω ήταν ίδια με την κάτω αλλά γύριζε και έκοβε τον καρπό. Στο πάνου μέρος ήτανε μια τρύπα που τη λέγανε γούλα και κει έπεφτε το στάρι από τη σκαφίδα που ήταν στερεωμένη πάνω από την απάνω μυλόπετρα. Στο πάνω λιθάρι ήταν ένα τετράγωνο ξύλο που το λέγανε μανάρι και πάνω σε αυτό ήταν το πανωμύλι. Το πανωμύλι ήταν ένας ξύλινος τροχός γύρω από τη γούλα και οδοντωτές χαραγές. Στη σκαφίδα στερεωνόταν μια ξύλινη βεργούλα το βαρδάλι που ακούμπαγε τις χαραγές στο πανωμύλι και τικ-τικ κοσκινάει και πέφτει το στάρι λίγο-λίγο. Όσο δούλευε ο μύλος το βαρδάλι ακουγόταν ρυθμικά και ασταμάτητα γιαυτό και όταν κάποιος είναι πολυλογάς, λένε "το στόμα του πάει σαν βαρδάλι" .Από μέσα από το βαρδάλι είναι ένας στριφτός άξονας που γυρίζει το λιθάρι και από κει ρυθμίζεται πού θα βγει το αλεύρι. Με μία ξύλινη σφήνα ρυθμίζανε την απόσταση που θα έχουν τα δυο λιθάρια. Αν δε γίνει το αλεύρι πάσπαλη δε γίνεται καλό το ψωμί. Τα λιθάρι το σήκωναν για να βγει χοντρό άλεσμα. Εκτός από την απόσταση σημασία είχε και το χάραγμα που γινότανε με το μυλοκόπι. Χαράζανε και το πάνω και το κάτω λιθάρι. Χαράζανε είκοσι πόντους και φτιάχνανε απέξω ένα καρέ, ενώ στον άξονα ίσια.   
Σταμάταγε ο μυλωνάς το μύλο με μία τάβλα τη σταματήρα στο επάνω μέρος της φτερωτής, το έστριβε αριστερά και πήγαινε μια χοντρή τάβλα μπροστά στο προχώνι, το νερό χτύπαγε την τάβλα, δεν χτύπαγε τη φτερωτή και δεν δούλευε η πέτρα.
Βγαίνοντας το νερό από τη φτερωτή πήγαινε στη χούρχουλη και από κει στη νεροτριβή.
ksidias 004 copyΗ νεροτριβή όπως είναι η σκεπή με καμάρα και από τα χρόνια έχει σταλακτίτες. Είναι όπως και ο μύλος. Έχει ένα βαθύ βαρέλι ξύλινο με δύο μέτρα βάθος. Η διάμετρος στο κάτω μέρος του βαρελιού είναι ογδόντα πόντοι (80), ενώ το άνοιγμα επάνω 1,80. Σαν σέκιο (κουβάς) να ρίχνουν τα ρούχα, τα χτυπάει με πίεση το νερό και ποτέ δεν μένουν στον πάτο, αλλά πάνω στην επιφάνεια, δουλεύει όπως το σημερινό πλυντήριο. Πέρναγε το νερό από τον μύλο και πήγαινε στο βαγένι της νεροτριβής. Δούλευαν και τα δύο ταυτόχρονα, μύλος και νεροτριβή. Στην αρχή δεν πληρωνότανε στη νεροτριβή, πήγαινε όλο το χωριό και έπλενε τα χοντρά ρούχα (ράσα). Όταν τα έβγαζαν από το βαγένι τα άπλωναν σε μια πεζούλα να φύγουν τα πολλά νερά και μετά τα φόρτωναν στα ζα τους και τα πήγαιναν στο σπίτι τους. Ο πατέρας μου ήτανε ξυπόλητος χειμώνα- καλοκαίρι. Τα παντελόνια του τα έκοβε με το ψαλίδι, δεν τα άφηνε μακριά για να μη βρέχεται
».

Το ιστορικό του μύλου δόθηκε από τον Βασίλη τον Μενίδη που δούλεψε με τον πατέρα του από παιδί και τον διαδέχτηκε, τον Παναγιώτη τον Ξυδιά που είχε δουλέψει στον μύλο με τον πεθερό του Γ. Μενίδη και περιέγραψε τον μύλο από μηχανολογική άποψη.
Κατάθεση ψυχής έκανε η κ. Βασιλική (Κούλα) σύζυγος του Π. Ξυδιά και αδερφή του Βασίλη, που όπως λέει η ίδια αναστήθηκε στα νερά της χούρχουλης του μύλου.

Η κυρά Τασία η Μυλωνού δούλευε δίπλα στον άντρα της αλλά ταυτόχρονα φρόντιζε την οικογένεια. Σε ανύποπτο χρόνο είχε διηγηθεί στη Βαρβάρα Κεμερίδου «Στο μύλο περνούσαμε όλη την ημέρα. Εκεί ανάστησα τα παιδιά μου. Φτιάχναμε εκεί τα γλυκά μας –μελομακάρουνα και κουραμπιέδες. Έπαιρνα το κόσκινο από τη Λυρατζού και τα έψηνα στο φούρνο της Τσουτσουρίνας. Μαγείρευα στα ξύλα». Δίνει και μια συνταγή σκορδαλιάς. «Στούμπαγα το σκόρδο και το έβαζα στο τηγάνι με λάδι. Πρόσθετα λίγο νερό, αλάτι και το άφηνα να πάρει βράση. Με ένα κουτάλι έριχνα αλεύρι και ανακάτευα μέχρι να γίνει σαν κρέμα».
Δίνει και ένα έθιμο. «Εμένα και τη Νικολέτα μας ανέβασαν νύφες με σκάλα και μπήκαμε στο σπίτι από την μπαλκονόπορτα, γιατί είχαν πεθάνει οι πρώτες γυναίκες, η Ελένη πολύ όμορφη, Σμυρνιωτοπούλα και η Ευγενία, όνομα και πράγμα, η Αλειφερίτσα».

Στο Σπαρτιατικό ημερολόγιο του 1904 καταγράφεται ακριβώς το ίδιο έθιμο: «στον Βουρλιά όταν ο ανήρ έρχεται εις δεύτερον γάμο, η νύφη δεν εισέρχεται στο σπίτι του γαμπρού από την θύρα αλλά από τα παράθυρα. Στην περίπτωση που υπάρχουν παιδιά, να μην παρίστανται στην τελετή γιατί θεωρείται κάκιστος οιωνός για την ευτυχία του νέου ανδρόγυνου».

Σημειώσεις
 α) Μεγαλύτερη τεχνολογική πρόοδος σημειώθηκε τον Μεσαίωνα στη Δύση, παρά σε ολόκληρη την ιστορική πορεία της Ελλάδας και της Ρώμης:
Τριπλοκαλλιέργειες,
νέο είδος περιλαίμιου που εξυπηρετούσε καλύτερα τις μεταφορές και το όργωμα,
επινόηση του πέταλου για τα ευαίσθητα πόδια των αλόγων και τέλος
κατασκευή ανεμόμυλων και νερόμυλων.
Στη Μεσαιωνική Ευρώπη, στις ακριτικές περιοχές όπου δεν υπήρχαν δούλοι αλλά απαιτούνταν δουλειά,  οι νερόμυλοι κατασκευάζονταν ο ένας μετά τον άλλο. Έτσι η υδάτινη ενέργεια χρησιμοποιήθηκε στη θέση της μυϊκής δύναμης, για να αλέθουν δημητριακά, να πριονίζουν ξύλα, κ.λπ.* 
Για πρώτη φορά στην ιστορία, η αιολική και υδάτινη ενέργεια χρησιμοποιήθηκαν πλατιά στη θέση της μυϊκής δύναμης. 'Οταν έγινε η απογραφή  στην Αγγλία,  στο βιβλίο Ντούμζντεϊ (Doomsday Book) το   1806 σημειώθηκε πως 5.000 μύλοι λειτουργούσαν στη χώρα από την εποχή αυτή. Αυτό σήμαινε ότι ένας μύλος αναλογούσε σε κάθε πενήντα οικογένειες. Το γεγονός αυτό πρέπει να ανέβασε σημαντικά το βιοτικό επίπεδο στην Αγγλία.**
* Από την «Ιστορία του ανθρωπίνου γένους» του Λ. Σταυριανού,  της Α΄ Λυκείου και
** Will Durant: Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, τόμος Δ΄,  σελ. 729)

β) Οι μύλοι που δούλευαν περιστασιακά και με λίγο νερό λέγονταν κουτσομύλια (υπάρχει τοποθεσία Κουτσομύλια και αναφέρεται μεταξύ άλλων στην αίτηση του Δ. Δημητρακάκη προς το Δημόσιο, για παραχώρηση περιοχής προς δημιουργία μεταλλείων).

γ) Ακριβώς απέναντι από τον μύλο από τους ίδιους ιδιοκτήτες υπήρχε ελαιοτριβείο σύγχρονο για την εποχή και δούλευε με νερό όπως ο μύλος όχι με ζώα.
Αξίζει επίσης να αναφερθεί πως στο μύλο υπήρχε και υδροπρίονο για μάρμαρα και ακόμη ενδιαφέρον έχει και η παρουσία υδροπρίονου στο βουνό, (https://kastoreioportal.gr/index.php/politismos/ydropriono-koutroumpi-sti-thesi-dirrevma)

Να σημειωθεί τέλος πως κάποια νοικοκυριά είχανε χειρόμυλο που τον χρησιμοποιούσαν για την άλεση του σιταριού. Αποτελείται από δύο μυλόπετρες που βρίσκονταν η μία πάνω στην άλλη.
Επίσης είχανε και μύλο του καφέ. Εκεί κόβανε (αλέθανε) τον καφέ αφού πρώτα τον καβουρντίζανε με το καβουρντιστήρι. Όπως γυρίζανε το καβουρντιστήρι στη φωτιά οι κόκκοι του καφέ κάνανε θόρυβο σαν τα παράσιτα ραδιοφώνου. Γι' αυτό το ραδιόφωνο που έκανε παράσιτα το λέγανε "καβουρντιστήρι".

Για επίλογο παραθέτουμε μικρά κομμάτια από το αφήγημα «Μύλος» του Διονύση Μενίδη εμπνευσμένο από τον Αγιομαμίτικο μύλο.

«Χωθήκαν οι πηγές, τα δέντρα κόπηκαν, επέσαν τα πλατάνια, δόλιο βουνό… Κλείνω τα μάτια να μη βλέπω το ρημαδιό. Κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι. Απ’ την πλαγιά του Ταϋγέτου ανάβλυσμα, κατακλυσμός κουτρουβαλάει στα βαγένια και δαιμονίζετ’ η μυλόπετρα στην παλιοχαμοκέλα…
Ο παππούς μου δεν εφόρεσε ποτέ του φράγκικα. Τον κηδέψανε με τη φουστανέλα. Ενενήντα χρονώνε πέθανε, το ’52. Ήτανε μυλωνάς, όπως ο πατέρας του κι ο πατέρας του πατέρα του, στη δούλεψη του μοναστηριού της Ζωοδόχου Πηγής... Κι όταν το μοναστήρι μετά τον πόλεμο έβγαλε το μύλο στο σφυρί και χρυσό τον κάνανε τον γέρο τα παιδιά του να τον αγοράσει με τα λεφτά το Αμερικάνου- του αδελφού της μάνας μου- "ευχή και κατάρα", τους έλεγε "σας δίνω, κάλλιο υπηρέτης της Παναγίας παρά αφεντικό. Εγώ δεν κλέβω εκκλησιά"… «όσες φορές απάντησα στη ζωή μου κόσμου, ανθρώπους ένα σωρό που έτυχε στην Κατοχή και στον Εμφύλιο να βρεθούν, με τον άλφα ή βήτα τρόπο, κατατρεγμένοι, στα μέρη μας, και μου διηγιότανε με δάκρυα στα μάτια το πώς γλυτώσαν από την πείνα χάρη σ’ ένα γέρο φουστανελά που τους έδινε τ’ αλεύρι χάρισμα», η πλάστιγγα γέρνει από τη μεριά της περηφάνιας
»..

Η Μπιρμπίλω

Κάποια νύχτα του Φλεβάρη, που δε βγήκε το φεγγάρι,
η θεότρελη Μπιρμπίλω, λάκησε από το μύλο.
Άφησε παιδιά και άντρα, και πηδώντας απ’ τη μάντρα
αλλού πήγε ν’ αγκαλιάσει.
Πέρασαν 2-3 χρόνια, κι ένα βράδυ με τα χιόνια
ντροπιασμένη η Μπιρμπίλω, ξαναγύρισε στο μύλο.
Έκατσε κοντά στο τζάκι, για να ζεσταθεί λιγάκι
και συχώριο ζητούσε, αλλά ο μυλωνάς της λέει
-Δεν καθόσουνα στ’ αυγά σου, βρε, Μπιρμπίλω μου,
στάχτη έκανες εμένα και το μύλο μου.
Μπιτ μυαλό δεν είχες δράμι και μας πήρε το ποτάμι
βρε Μπιρμπίλω μου.

"Καθένας κλαίει τον πόνο του κι ο Μυλωνάς τ’ αυλάκι".

 

Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Γιάννη Αρφάνη

Θεοδώρα Πελεκάνου-Δαρειώτη, φιλόλογος