Γράφει η Άβα Μπουλούμπαση
Αρχιτέκτονας-Ιστορική Ερευνήτρια
Με τον Νόμο 2193/94, που δημοσιεύτηκε στις 11 Μαρτίου 1994 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φύλλο 32 Α') καθιερώθηκε η 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.
Η μέρα τιμάται με διάφορους τρόπους: επίσημες εκδηλώσεις και καταθέσεις στεφάνων, θρησκευτικές τελετές, πορείες μνήμης, συμβολικές πράξεις, θεατρικά δρώμενα, εκπαιδευτικές δράσεις, ως εκφάνσεις της δημόσιας ιστορίας.
Πέρα από τις επιτελέσεις όμως, και τη συναισθηματική προσέγγιση, παραμένει το βασικό ερώτημα: τι ακριβώς γνωρίζουμε για τη Γενοκτονία?
Πώς , και αν, έχει ενταχθεί στο εθνικό φαντασιακό? Πώς έχει διδαχτεί μέσω του Σχολείου, του Τύπου, των ΜΜΕ, αλλά και των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών προσεγγίσεων? Και πώς βιώνεται σήμερα τόσο στα πλαίσια της ποντιακής κοινότητας, όσο και στα ευρύτερα πλαίσια της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας?
Είναι κοινό μυστικό η εργαλειοποίηση της ιστορίας, και η σχέση της πρόσληψής της με τα ιστορικο-πολιτικά δρώμενα, στα οποία πρωτεύουσα θέση έχουν οι διεθνείς και ειδικά οι ελληνοτουρκικές σχέσεις. Οι εναλλαγές στάσης απέναντι στη γείτονα χώρα, είχαν αντίκτυπο τόσο στην αναγνώριση της Γενοκτονίας από το ελληνικό Κοινοβούλιο (71 χρόνια μετά τα τραγικά γεγονότα), όσο και στην ένταση, τη μορφή και το είδος των συνακόλουθων επίσημων εκδηλώσεων της 19ης Μάη.
Η Γενοκτονία των Ποντίων, που ξεκίνησε αμέσως μετά την Γενοκτονία των Αρμενίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πέρασε στη δεύτερη και πιο τραγική φάση της στις 19 Μάη 1919, με την έλευση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα.
Αν και οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτή, κοινοί με τη στάση των Νεοτούρκων και των Κεμαλικών απέναντι σε όλους τους μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Αυτοκρατορίας, είναι πολλοί, και σχετίζονται τόσο με το διεθνές πλαίσιο της εποχής, όσο και με την εσωτερική οικονομική-πολιτική και οικονομική κατάσταση των δύο εμπλεκόμενων χωρών (σε φάση μετατροπής τους σε έθνος-κράτος με διαφορετικές διαδρομές η καθεμία), σπάνια προσεγγίζονται.
Η σχεδόν αποκλειστικά συναισθηματική προσέγγιση των γεγονότων, δεν βοηθάει στην επεξεργασία του συλλογικού μας Τραύματος. Και σε αυτό έχουν ευθύνες η επίσημη Πολιτεία, οι συλλογικοί φορείς των ίδιων των Ποντίων, και βέβαια η σύνολη ελληνική κοινωνία.
Στα πλαίσια μιας, απαραίτητης πλέον πολυεπιστημονικής προσέγγισης, η Ψυχολογία τονίζει την ανάγκη αντιμετώπισης ενός Τραύματος, ατομικού ή συλλογικού, μέσω της συνειδητοποίησης και επίγνωσης των λόγων που οδήγησαν σε αυτό. Οι σιωπές , η επιβεβλημένη λήθη, η αμηχανία, οι παλινδρομήσεις από τις εθνικοπατριωτικές εξάρσεις ως την συλλογική μας ενοχοποίηση και ηττοπάθεια, και οι εντάσεις, δείχνουν ότι το Τραύμα παραμένει ανοιχτό για όλους.
Η φίμωση μιας κριτικής σκέψης , ο αποκλεισμός της αναφοράς της Γενοκτονίας στα σχολικά βιβλία μέχρι το 1982, οι αντιδράσεις περί «συνωστισμού» το 2006, πορεύτηκαν παράλληλα με αντιφατικές επίσημες συμπεριφορές (ένδυση της ποντιακής στολής από τους ευζώνους της προεδρικής φρουράς και φωταγώγηση της Βουλής στις 19 Μάη, και αψυχολόγητες δουλοπρεπείς υποκλίσεις εκπροσώπων της πολιτείας) για να μην αναφερθούμε στην πολιτική στάση απέναντι στη γείτονα, ειδικά σε περιόδους κρίσης και συρράξεων σαν τη σημερινή.
Αλλά και όποιος-α επιχειρεί μια προσέγγιση της ιστορίας από τα κάτω, διαπιστώνει ότι και για την ελληνική κοινωνία το Τραύμα ζει , βασιλεύει και επηρεάζει ακόμη και σήμερα στάσεις και συμπεριφορές.
Οι Πόντιοι πρόσφυγες τότε ως «δικοί μας Άλλοι», ως ενσώματη ενθύμηση ήττας και ματαίωσης μετά την Καταστροφή, εξακολουθούν να αποτελούν ξένο σώμα σήμερα?
Πόσο έχουν επιδιώξει οι ίδιοι , και έχουμε αποδεχτεί κι εμείς την ενσωμάτωση? Αλλά ενσωμάτωση σε τί ακριβώς? Πόσο είμαστε συγκροτημένοι σήμερα σε κοινωνία, με συνείδηση ταυτοτική -που βέβαια χρειάζεται επαναπροσδιορισμούς στις νέες παγκοσμιοποιημένες συνθήκες?
Για να το θέσω πιο καθαρά, με τον κίνδυνο να παρεξηγηθώ αλλά αξίζει τον κόπο, τι εννοούμε σήμερα ως ελληνική ταυτότητα, και πόσο συμμετέχουν σε αυτή οι Πόντιοι αδελφοί μας? Η μήπως εξακολουθούν να αποτελούν μια ετερότητα, ένα είδος καβαφικής «κάποιας λύσης»?
Έχουμε ανάγκη να μοιραστούμε τη μνήμη, και να συναντηθούμε σε κοινούς τόπους, για να ενηλικιωθούμε επιτέλους, ως άτομα και ως κοινωνία.
Ο καλύτερος τρόπος τιμής της 19ης Μάη, θα είναι να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα τη σκέψη και την επίγνωση του συλλογικού μας παρελθόντος και του τρόπου που επικαθορίζει το συλλογικό μας παρόν.
Για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Αντώνη Ανδρουλιδάκη , «χρειαζόμαστε σχέσεις μέσα στο ελληνικό συλλογικό, για να αντιμετωπίσουμε την ισχύ του επικυρίαρχου σήμερα» . (Με τη διευκρίνιση ότι επικυρίαρχο θεωρώ όποιον επηρεάζει και κατευθύνει τον τρόπο σκέψης μας πρωτίστως).
Καστόρι 14/5/2026
Άβα Μπουλούμπαση
Αρχιτέκτονας-Ιστορική Ερευνήτρια

























