header kastoreioportal copy1

words 2Γαλότσα πιθανόν να παράγεται από την ελληνική λέξη καλόπους (εξ ου και το καλαπόδι, λατινιστί calopodium) το οποίο σημαίνει ξύλινο υπόδημα. Για τη γαλότσα έχει πλαστεί ο όρος πηλοβάτης δηλ. υπόδημα με το οποίο δύναται κανείς να βαδίζει στον πηλό (λάσπη).

Είναι υπόδημα κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από ελαστικό και το οποίο φοριέται για να προφυλάξει τα πόδια από τη λάσπη, τα χιόνια και γενικά από την υγρασία (πηγή Εγκυκλ. «Ήλιος»). Άλλοτε χρησιμοποιούνταν πολύ από άνδρες και γυναίκες που λασποκύλαγαν στους χωματόδρομους και στα χωράφια. Ενδιαφέρον είχαν κάποιες κομψές γυναικείες γαλότσες που φοριούνταν πάνω από τα παπούτσια. Ήσαν χαμηλά μποτάκια λαστιχένια, μαύρου χρώματος που κούμπωναν στο πλάι και έληγαν στο πάνω μέρος σε μαύρο συνθετικό γουνάκι. Για τις γυναίκες στο χωριό, αυτά τα γαλοτσάκια αποτελούσαν είδος πολυτελείας και όταν τα φόρεσε η γυναίκα του δάσκαλου στο χωριό, κάποιες ζήλεψαν, όπως ομολόγησαν.

Σύμφωνα με το λεξικό Μπαμπινιώτη πρόκειται για αντιδάνειο από τη βενετική λέξη galozza που προέκυψε από τη λατινική

Calopus, που με τη σειρά της προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό καλόπους (καλαπόδι).

Κάποιος φίλος άκουσε παλιά να λένε τις γαλότσες φώκιες. Δικαιολογείται η ονομασία γιατί οι γαλότσες έχουν χρώμα μαύρο, είναι αδιάβροχες, ανθεκτικές όπως ακριβώς το δέρμα της φώκιας. Οι Λάπωνες με το δέρμα φώκιας έφτιαχναν ρούχα, γάντια και μπότες.

Κατσίγαρος είναι το λιοζούμι, τα απόβλητα που βγαίνουν μετά την επεξεργασία της ελιάς για την παραγωγή λαδιού, το κατακάθι, η μούργα. Στην Ποντιακή διάλεκτο γάρος είναι: «ο μαύρος και άχρηστος ζωμός ο εκκρινόμενος εκ των καταπατουμένων ελαιών εν τω ελαιοτριβείω».

Γάρος, μια λέξη που έρχεται από τα αρχαία χρόνια είναι η άλμη, η σαλαμούρα Κατά το Lidell- Scott «ο γάρος, ζωμός τις ή έμβαμμα εξ άλμης και μικρών ιχθύων ή τα εντόσθια των ιχθύων ταριχευτά». Η λέξη θησαυρίζεται στον Αισχύλο, στον Σοφοκλή, στον Αθήναιο στον Στράβωνα, στον Γαληνό. Από το αρχαίο γάρος, προέρχεται το μεσαιωνικό γαρίζω (έχω κακή γεύση) και φθάνουμε στο σημερινό γαριάζω και γαριασμένος που σημαίνει χάνω τη λάμψη μου.

Στην πεδινή Κορινθία τη δεκαετία του ’50, στα παλιά λιοτρίβια ο λιόσμος (ο κατσίγαρος) που αποχετευόταν σε ένα ξίσκεπο αυλάκι, πάνω-πάνω ήταν πηχτός και λεγόταν μούργα. Με αυτή τη μούργα μαζί με τα κατακάθια από τις λίμπες και τα τηγανόλαδα, οι γυναίκες έφτιαχναν σαπούνι. Έβαζαν καλάμια κάθετα στη ροή του κατσίγαρου σε απόσταση μισού μέτρου περίπου, και εκεί μαζευόταν η μούργα που ήταν σαν την άφρη του βραστού κρέατος. Μάζευαν με κεψέ τη μούργα και την έβαζαν σε μεγαλούτσικα ντενεκεδάκια από κονσέρβες που τους είχαν βάλει σύρμα για χεράκι. Η καλύτερη συγκομιδή γινόταν στα ξυλάκια που ήσαν πιο κοντά στο λιοτρίβι. Η κάθε γυναίκα ή κορίτσι είχε σημαδέψει τα δικά της και γίνονταν τρικούβερτοι καβγάδες αν δεν τηρούνταν η σειρά.  

Η μούργα κατά το Γουδιανό λεξικό: η αμόργη εκ του αμέργω γέγονε, είναι δε υποστάθμη ελαίου και τρυγή οίνου, έστι δε και είδος βοτάνης πορφυράς εξ ης και τα αμόργινα ιμάτια.

Κιώνω, έκιωσα, η λέξη χρησιμοποιείται στην Καστανιά (Καστόρι) με την έννοια τελειώνω, τελείωσα. Πρόκειται για το ρήμα κίω, έκιον που θησαυρίζεται σε λεξικά της αρχαίας ελληνικής.  Τύποι του κίω βρίσκονται στον Αισχύλο, στον Όμηρο (Ιλιάδα και Οδύσσεια), στον Πλάτωνα (κίεις, κίωμεν, κιοίτην, κίοιτε, κιών, κιούσα, μετακιάθω (Liddell Scott).

Κατά το Γουδιανό έχει τις  σημασίες  πορεύομαι. και κοιμάμαι. Από το κίω (πορεύομαι) προέρχεται το κιχώ και κιχάνω. Ο Ησύχιος καταγράφει τους τύπους κίε= βάδιζε, παρεγένετο, κίεν= παρεγένετο και κίειν πορεύεσθαι. Ο τύπος παρεγένετο σημαίνει έφτασε μετά από κάποια διαδρομή. Αυτό ακριβώς σημαίνει το καστανιώτικο κιώνω. Κάνω κάποια εργασία και την τελειώνω π.χ. κιώσαμε τις ελιές ή τελειώνει κάποιο αγαθό π.χ. έκιωσε το λάδι

(Μουσούρος, Χόφμαν, Γουδιανό, Ησύχιος, Σουίδας, Λίντελλ Σκοττ).

Θεοδώρα Πελεκάνου-Δαρειώτη, φιλόλογος