header kastoreioportal copy1

kryftotn Φτουράω, φτουράς, για ποσότητα: είμαι αρκετός, φτάνω και περισσεύω. Για ενέργεια πετυχαίνω, συμφέρω, είμαι επαρκής. Η γιαγιά μας έλεγε, αυτό είναι φτούργιο με την έννοια της επάρκειας και του συμφέροντος.

Τον 14ο αιώνα αναφέρονται ως περιουσιακά στοιχεία των μονών τα μετόχια και τα αυτούργια.

Αυτούργια λέγονταν τα κτήματα που περιελάμβαναν καλλιέργειες (αμπέλια, ελαιόδενδρα, λιβάδια) ή επιχειρήσεις- εργαστήρια (μύλους, λιοτρίβια, τσιπουράδικα κ.λπ.). Τα αυτούργια ήταν ανέξοδες επενδύσεις που δεν απαιτούσαν δαπανηρό εξοπλισμό, κάλυπταν τα έξοδά τους και απέφεραν κέρδη.

Τα αυτούργια εξασφάλιζαν επάρκεια και αυτονομία. Όταν κάτι επαρκούσε σε ποσότητα, έλεγαν ότι είναι φτούργιο. Όταν απέδιδε η εργασία ενός ατόμου έλεγαν ότι φτουράει. Από το φτούργιο προέρχεται το ρήμα φτουράω και το επίθετο φτούργιος. Άφτουρος είναι ο ασύμφορος.

Στην Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης  ο άφτουρος τελειώνει ταχέως, δεν διαρκεί πολύ και δεν επαρκεί για πολλούς, «το χαβιάρι είναι άφτουρο πράμα».

 Ένα καλό παράδειγμα αυτούργιου ήταν το «βιοτεχνικό πάρκο» στον Άγιο Μάμα που ανήκε στη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Διέθετε μύλο, λιοτρίβι, εγκαταστάσεις κοπής και γυαλίσματος πέτρας, νεροτριβή, ρετσιγγιό. Κάλυπτε τις βασικές ανάγκες των κατοίκων της Καστανιάς και των γύρω χωριών.

Στο Λίντελλ-Σκοττ, αυτούργιον είναι το κτήμα που καλλιεργείτο από αυτουργούς. Αυτουργός είναι αυτός που εργάζεται και καλλιεργεί με τα ίδια του τα χέρια, και όχι με δούλους τους αγρούς του, ο γεωργός, ο φτωχός αγρότης ως εργάτης.

Πεζούλι είναι το χτιστό και πέτρινο κάθισμα έξω από τις θύρες κατοικιώνστο οποίο ξεπέζευαν από τα άλογα. Πιο συγκεκριμένα κατά τον Κοραή, τα προ των πυλών λίθινα καθίσματα, ονομάστηκαν πεζούλια, γιατί εκεί ξεπέζευε ο καβαλάρης που ερχόταν απ’ έξω «επί γαίας πεζεύων, καταβαίνω από του ίππου».

Το μεσαιωνικό ουσιαστικό πεζούλιν (=κρηπίς, κρηπίδωμα) προέρχεται από το αρχαίο πέζα (=κράσπεδο) και γενικότερα σημαίνει το ακρότατο σημείο οποιουδήποτε σώματας, «επέζευσαν και κάθισαν μικρόν να ξανασάνουν».

Επίσης το πεζούλι είναι χαμηλός τοίχος από πέτρα που χτίζεται ακριβώς δίπλα στην εξωτερική μεριά του τοίχου και χρησιμεύει για κάθισμα «εδώ σταθμεύανε τα καματερά ζώα κατά το ξεφόρτωμα και εδώ οι γείτονες τις ωραίες θερινές νύχτες καθισμένοι στις πεζούλες αποσπερίζανε και κουβεντιάζανε».

Στο Καστρί τα πεζούλια του Αη-Γιώργη τα λέγανε καθισιά. Εκεί πήγαινε και καθότανε πρώτα-πρώτα ο Καστρίτης δικηγόρος (Δ. Δημητρακάκης), όταν ερχόταν από την Αθήνα στο χωριό, αγνάντευε τον κάμπο, και μετά πήγαινε σπίτι του.

Γνωστές στην Καστανιά είναι οι ξεροπεζούλες που φτιάχνονταν με πέτρες χωρίς λάσπη για να φράζουν ιδιοκτησίες ή να συγκρατούν τα χώματα σε επικλινή εδάφη.

Η ξεροπεζούλα λέγονταν και ξερολιθιά. Κατά τον Δουκάγγιο ο ξηρόλιθος  είναι άνευ πηλού κτισμένος και «ει μεν εύρισκες, οικοδομήσαι ξηρού δει, και δείσαι δια ξύλων ασφαλώς και συνεχώς».

Θεοδώρα Πελεκάνου-Δαρειώτη, φιλόλογος