Στο Liddell Scott το επιλαλώ σημαίνει αντιλέγω, λέω εναντίον, λοιδωρώ, φλυαρώ ομιλώ εναντίον κάποιου.
Λαλώ σημαίνει προωθώ τα ζώα να προχωρήσουν, φλυαρώ χωρίς μέτρο με τρόπο αγενή και παράλογο. Η πρόθεση επί, σημαίνει αμέσως μετά και εναντίον.
Βεργατσούλα ήταν το πρόχειρο στέγαστρο στο οποίο καθόταν ο βεργάτης.
Ο βεργάτης ήταν ο δραγάτης, ο αγροφύλακας, ο φύλακας των αμπελιών. Αυτός λοιπόν καθόταν σε ένα ψήλωμα και αγνάντευε νυχτοήμερα τ’ αμπέλια για να τα προστατέψει από τυχόν κλέφτες. Εάν δεν υπήρχε φυσικό ίσκιωμα από δέντρα ή θάμνους έφτιαχνε ένα πρόχειρο στέγαστρο από κλαριά και φτέρες.
Παραχαλιάζω: βρίσκομαι σε κατάσταση νωθρότητας και αδράνειας, παραλύουν οι σωματικές και διανοητικές μου δυνάμεις, αποβλακώνομαι. Το β΄ συνθετικό είναι η αρχαία λέξη χάλις –ιος, που κατά το λεξ. L.S σημαίνει άκρατος οίνος. Θησαυρίζονται οι λέξεις χαλίκρητος, χαλιδοφόρος χαλιμάς.
Σφεντουρίζω: εκσφενδονίζω μακριά, γρήγορα και με δύναμη.
Η λέξη προέρχεται από τη σφεντόνα. Την έφτιαχναν από ένα διχαλωτό ξύλο σε σχήμα κεφαλαίου ύψιλον (Υ), στερέωναν στις δυο άκρες λάστιχα τα οποία συνδέοντα με δέρμα πλατύ, σαν κούνια όπου τοποθετούσαν την πέτρα.
Λαγοκοιμάμαι: κοιμάμαι ελαφρά, όπως ο λαγός και αγρικάω ό,τι γίνεται γύρω μου.
Ο Αιλιανός στο έργο του «denaturaanimalium» γράφει πως όταν κοιμάται ο λαγός δεν κλείνει καλά τα μάτια του, «ου μην επιμύει καθεύδων ο λαγώς, και τούτο αυτώ ζώων μόνω περίεστιν, ουδέ νικάται τω ύπνω τα βλέφαρα. Φασί δε αυτόν καθεύδειν μεν το σώμα, τοις δε οφθαλμοίς τηνικάδε οράν».
Λεφτήρα: είναι η πεταλούδα.
Στο εμπορικό του Πανάγου Γεώργαρη στο Καστόρι Λακωνίας, μια γυναίκα περασμένης ηλικίας ζήτησε «γνέμα της λεφτήρας και κουτουμπρελέ» δηλαδή κλωστή μάρκας «Πεταλούδα» και κοτόν περλέ.
Η λεφτήρα δεν καταγράφεται στα Ν.Ε. λεξικά και μάλλον ετυμολογείται από το λατινικό levis (=ελαφρύς) λεβ-τήρα, λεφτήρα. Από αναγραμματισμό προκύπτουν το φέλτρον (πεταλούδα) και φλετουράω (πεταλουδίζω).
Αγρικώ: αντιλαμβάνομαι, ακούω ελαφρά στον ύπνο μου, ίσα που…
Δεν προέρχεται από το άγροικος και αγροίκος που σημαίνει κάτοικος των αγρών και άξεστος στους τρόπους αλλά από το άκρα+ ακούω, ακρακώ και αγρακώ, αγρικώ.
Αναγελάστρι: έτσι έλεγε η Αγιομαμίτισσα γιαγιά τον μικρό εγγονό της και γελατσούρι έλεγε η Βοχαΐτισσα μάνα το στερνοπούλι της.
Η λέξη έχει την αρχή της στα αρχαία χρόνια.
Αναγελάω σήμαινε, γελώ μεγαλοφώνως, ηχηρά, όπως ακριβώς είναι το ζωηρό γέλιο του μικρού παιδιού.
Περισσότερα Άρθρα …
Σελίδα 1 από 3






















