- Κατηγορία: Μαρτυρίες
- Χρόνος ανάγνωσης 1 Λεπτό
Ήταν Κυριακή της αποκριάς γύρω στις ένδεκα (11) η ώρα το πρωί. Ήμουν στο σπίτι μας στο Καστόρι απόφοιτος Παιδ. Ακαδημίας και περίμενα διορισμό. Την προηγούμενη χρονιά είχα δουλέψει με σύμβαση στη Βορδώνια, το χωριό του πατέρα μου. Ήμασταν δύο δασκάλες για εκατόν πενήντα (150) παιδιά. Πολλή δουλειά. Δίδαξα Ελληνικούς χορούς, έκανα γυμναστικές επιδείξεις, οργάνωσα θέατρο, εκδρομή, με παιδάκια ξυπόλυτα και νηστικά.
Από διήγηση της θείας μου Πότας Αντωνάκη – Kακαφλίκα, επισημαίνω γυναίκα από παλιά Καστανιώτικη οικογένεια και εντελώς ακομπλεξάριστη και πρωτοπορειακή για την εποχή της.
Γεννήθηκα το 1915 στο χωριό Καστρί-Καστορείου Σπάρτης, από φτωχούς γεωργούς γονείς. Μεγάλωσα κοντά τους κάτω από πολλές και ποικίλες δυσκολίες κι ανέχειες της καθημερινής ζωής, ώσπου έγινα 21 χρόνων.
Γράφει ο Παναγιώτης Ξιάρχος
Κατά τα έτη 1923-24 ήλθαν στο Καστρί 216 Πόντιοι πρόσφυγες, και ίδρυσαν εδώ το συνοικισμό Νέα Λιβερά. Λόγω της σκληρής δουλειάς και του σχετικά μικρού αριθμού Ποντίων δεν υπήρχε οργανωμένη πνευματική κίνηση στίς τάξεις των προσφύγγων, με αποτέλεσμα να ξεχαστεί σχεδόν ή ποντιακή γλώσσα και η πνευματική κληρονομιά (τραγούδια, παραμύθια, μοιρολόγια κ.τ.λ.).
Τότε οι αντάρτες βγάναν φυλάκιο από μακριά να βλέπουν τι γίνεται. Είδανε ότι έρχονται Γερμανοί και ειδοποίησαν με τα ντουφέκια τον κόσμο. Ειδοποίησαν οι δικοί μας οι αντάρτες ότι έρχονται Γερμανοί και το βάλαμε στα πόδια. Είχαμε φοβηθεί. Φτάσαμε στον Κουρεμένο. Εμείς οι νέοι προ παντός. Μείναμε εκεί μέχρι που μάθαμε ότι φύγανε οι Γερμανοί. Εκεί μας φιλοξενήσανε σε ένα καλύβι, μας είχανε τσιτώσει τα παπούτσια και ήμασταν ξυπόλητοι με τα παπούτσια στο χέρι σ' εκείνο το βουνό κοντά στο Παρδάλι.




















