- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Αγρικώ: αντιλαμβάνομαι, ακούω ελαφρά στον ύπνο μου, ίσα που…
Δεν προέρχεται από το άγροικος και αγροίκος που σημαίνει κάτοικος των αγρών και άξεστος στους τρόπους αλλά από το άκρα+ ακούω, ακρακώ και αγρακώ, αγρικώ.
Περισσότερα: Οι λέξεις μας: Αγρικώ, Καβούλα, Κουκουλανάσταση
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Αναγελάστρι: έτσι έλεγε η Αγιομαμίτισσα γιαγιά τον μικρό εγγονό της και γελατσούρι έλεγε η Βοχαΐτισσα μάνα το στερνοπούλι της.
Η λέξη έχει την αρχή της στα αρχαία χρόνια.
Αναγελάω σήμαινε, γελώ μεγαλοφώνως, ηχηρά, όπως ακριβώς είναι το ζωηρό γέλιο του μικρού παιδιού.
Περισσότερα: Οι λέξεις μας: Αναγελάστρι, Γκιζεράω ή γκεζεράω, Ιτάδι ή αϊτός
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας

Ένα ρυθμικό τραγουδάκι που λέγαμε παιδιά, όταν θέλαμε να τα «βγάλουμε», δηλαδή να διαλέξουμε ποιος θα τα «φυλάξει» στο κρυφτό, ποιος θα κάνει τη μάνα, γενικά ποιος θα έχει κάποιο ρόλο.
Σε κάθε συλλαβή αυτός που έλεγε το τραγουδάκι χτυπούσε το στήθος κάθε παιδιού με τη σειρά και σε όποιο χτυπούσε η τελευταία συλλαβή, αυτό θα επιλεγόταν για να ξεκινήσει το παιχνίδι ή να τα φυλάξει κ.λπ.
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Μούντζα και μούτζα, μούζα είναι η καπνιά (αιθάλη, ασβόλη) από το τζάκι, τον φούρνο, τις φουφούδες και τα καπνισμένα τσουκάλια και γενικότερα η μελανή βρωμιά.
Ο Κοραής στα Άτακτα γράφει, «Μούζα, μουζαλία και μούντζα, μουντζαλία είναι η μόλυνσις ή μαύρισις του προσώπου (museau) , η γινόμενη από άλλον υβριστικώς, οποία είναι σχεδόν η λεγόμενη ελληνιστί προπηλάκισις από το πηλός». Από τη ρίζα αυτή προέρχεται το ρήμα μουζώνω και μουζαλώνω.
Περισσότερα: Μούντζα, μουντζούρα, μουντζούρωμα και Μουντζουροδευτέρα
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα, στα χωριά μας, στον βόρειο Ταΰγετο σημαίνει παίρνω κάποιον στην πλάτη μου και τον κουβαλάω.
Σύμφωνα με τον Λιθοξόου το κουβάλημα κάποιου στην πλάτη ή στον ώμο είχε διάφορες ονομασίες: καλικούτσα, γκαλικότσα, γκάνια, γκότσι, ζαλούκα, καβαλίτσα, αγκάνια, αγκότσα, αμπρουζά, αρμακόλου, αμπελέτσα, αμπέτσα κ.ά.
Περισσότερα: Λεξιλογικά: Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Λαφτάκιασα, δίψασα πολύ, μού βγήκε η γλώσσα από τη δίψα, πίνω άπληστα νερό.
Η λέξη ετυμολογείται από το αρχαίο ρήμα λάπτω που σημαίνει πίνω νερό με τη γλώσσα. Έχει καταγραφεί από πολλούς αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, όπως ο Όμηρος, ο Αριστοτέλης, ο Αριστοφάνης, ο Πλούταρχος, ο Αιλιανός, ο Αθήναιος, ο Λουκιανός, ο Φερεκράτης.
Περισσότερα: Οι λέξεις μας: Ξετραφιάζω, τσουρούτικος, λαφτάκιασα
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα, στα χωριά μας, στον βόρειο Ταΰγετο σημαίνει παίρνω κάποιον στην πλάτη μου και τον κουβαλάω.
Σύμφωνα με τον Λιθοξόου το κουβάλημα κάποιου στην πλάτη ή στον ώμο είχε διάφορες ονομασίες: καλικούτσα, γκαλικότσα, γκάνια, γκότσι, ζαλούκα, καβαλίτσα, αγκάνια, αγκότσα, αμπρουζά, αρμακόλου, αμπελέτσα, αμπέτσα κ.ά.
Γνωρίζουμε τη σημασία των λέξεων αλλά στις περισσότερες αγνοούμε την ετυμολογία τους.
Περισσότερα: Λεξιλογικά: Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Ποτονός: στα σπίτια με τις κεραμοσκεπές, υπήρχε στο ξύλινο ταβάνι ένα άνοιγμα, ένα πορτάκι στην ουσία που οδηγούσε στον χώρο ανάμεσα στα κεραμίδια και το ταβάνι. Στον ποτονό έβαζαν τις καλαμωτές για να ανασταίνουν τους μεταξοσκώληκες. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία, όταν ήρθαν οι Γερμανοί στο χωριό, έκρυψαν τα κορίτσια στον ποτονό για να μην τα εκμεταλλευτούν οι κατακτητές.
Στην Ιλιάδα υπήρχε συχνά η πρόθεση ποτί που σήμαινε προς. Κατά τον Χόφμαν ποτή ή πότημα είναι η πτήση, το πέταγμα, ποτηνός και ποτανός είναι η πτήση η ανύψωση και τα αντίστοιχα ρήματα ποτέομαι, ποτάομαι και πέτομαι. Είναι πιθανή η ετυμολόγηση της λέξης ποτονός από το ποτάομαι-πέτομαι που σημαίνει κίνηση προς τα άνω, σε αντίθεση με τον καταρράκτη (το άνοιγμα στο ξύλινο πάτωμα με σκάλα) που οδηγούσε προς τα κάτω.
Περισσότερα: Λεξιλογικά: Ποτονός, αστράχα, κοπιάζω, ντακούνια

























