
Ένα ρυθμικό τραγουδάκι που λέγαμε παιδιά, όταν θέλαμε να τα «βγάλουμε», δηλαδή να διαλέξουμε ποιος θα τα «φυλάξει» στο κρυφτό, ποιος θα κάνει τη μάνα, γενικά ποιος θα έχει κάποιο ρόλο.
Σε κάθε συλλαβή αυτός που έλεγε το τραγουδάκι χτυπούσε το στήθος κάθε παιδιού με τη σειρά και σε όποιο χτυπούσε η τελευταία συλλαβή, αυτό θα επιλεγόταν για να ξεκινήσει το παιχνίδι ή να τα φυλάξει κ.λπ.

Μούντζα και μούτζα, μούζα είναι η καπνιά (αιθάλη, ασβόλη) από το τζάκι, τον φούρνο, τις φουφούδες και τα καπνισμένα τσουκάλια και γενικότερα η μελανή βρωμιά.
Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα, στα χωριά μας, στον βόρειο Ταΰγετο σημαίνει παίρνω κάποιον στην πλάτη μου και τον κουβαλάω.
Λαφτάκιασα, δίψασα πολύ, μού βγήκε η γλώσσα από τη δίψα, πίνω άπληστα νερό.
Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα, στα χωριά μας, στον βόρειο Ταΰγετο σημαίνει παίρνω κάποιον στην πλάτη μου και τον κουβαλάω.
Ποτονός: στα σπίτια με τις κεραμοσκεπές, υπήρχε στο ξύλινο ταβάνι ένα άνοιγμα, ένα πορτάκι στην ουσία που οδηγούσε στον χώρο ανάμεσα στα κεραμίδια και το ταβάνι. Στον ποτονό έβαζαν τις καλαμωτές για να ανασταίνουν τους μεταξοσκώληκες. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία, όταν ήρθαν οι Γερμανοί στο χωριό, έκρυψαν τα κορίτσια στον ποτονό για να μην τα εκμεταλλευτούν οι κατακτητές.
Λαγάνα: Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο λάγανον που ήταν μια λεπτή και πλατιά πίτα, ένα γλύκισμα με λάδι και αλεύρι. Αρχαιοελληνική προέλευση έχουν και οι λαλαγγίδες, όπου λαλάγγη ή λαλάγγιον= το λάγανον.




















