Ποτονός: στα σπίτια με τις κεραμοσκεπές, υπήρχε στο ξύλινο ταβάνι ένα άνοιγμα, ένα πορτάκι στην ουσία που οδηγούσε στον χώρο ανάμεσα στα κεραμίδια και το ταβάνι. Στον ποτονό έβαζαν τις καλαμωτές για να ανασταίνουν τους μεταξοσκώληκες. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία, όταν ήρθαν οι Γερμανοί στο χωριό, έκρυψαν τα κορίτσια στον ποτονό για να μην τα εκμεταλλευτούν οι κατακτητές.
Στην Ιλιάδα υπήρχε συχνά η πρόθεση ποτί που σήμαινε προς. Κατά τον Χόφμαν ποτή ή πότημα είναι η πτήση, το πέταγμα, ποτηνός και ποτανός είναι η πτήση η ανύψωση και τα αντίστοιχα ρήματα ποτέομαι, ποτάομαι και πέτομαι. Είναι πιθανή η ετυμολόγηση της λέξης ποτονός από το ποτάομαι-πέτομαι που σημαίνει κίνηση προς τα άνω, σε αντίθεση με τον καταρράκτη (το άνοιγμα στο ξύλινο πάτωμα με σκάλα) που οδηγούσε προς τα κάτω.
Λαγάνα: Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο λάγανον που ήταν μια λεπτή και πλατιά πίτα, ένα γλύκισμα με λάδι και αλεύρι. Αρχαιοελληνική προέλευση έχουν και οι λαλαγγίδες, όπου λαλάγγη ή λαλάγγιον= το λάγανον.
Σκανταλομάγκουρα και σκαντάλια:
Όταν, πιτσιρικάδες, στήναμε πλάκες για να πιάσουμε το καταχείμωνο κανένα κακομοίρικο τσόνι ή σπουργίτι ούτε που πέρναγε από το μυαλό μας πως ο όρος σκανταλομάγκουρα έχει αρχαιοελληνική προέλευση.
Σακάτης, σακατεύω = καθιστώ κάποιον ανάπηρο χτυπώντας, τραυματίζοντάς τον, του προκαλώ σοβαρή ή ανεπανόρθωτη σωματική βλάβη. Ο Φαίδων Κουκουλές στο έργο του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» (τ. Α, σελ. 96) αναφέρεται στο παιχνίδι «επί τάπητος», το οποίο περιγράφει ο Λιβάνιος και είναι αντιγραφή του ρωμαϊκού παιχνιδιού sagatio. Ονομαζόταν έτσι γιατί χρησιμοποιούσαν sagum δηλ. στρατιωτικό μανδύα που το ύφασμά του ήταν πολύ γερό ή τάπητα.
Ρουπάκι είναι η δημώδης ονομασία είδους δρυός, βελανιδιάς. Πρόκειται βέβαια για το γνωστό μας θάμνο που φυτρώνει στα αγριεμένα χωράφια και στους όχτους τους. Είναι το υποκοριστικό της αρχαίας λέξης ρωψ, ρώπαξ, ρωπάς –άδος, και το υποκοριστικό ρωπάκιον. Ρωπεύω, σήμαινε κόβω κλάδους και χαμόκλαδα. Ρωπήεις ήταν ο κατάφυτος από θάμνους. Ρωπήια ήσαν τα πυκνά χαμόκλαδα. Ρωπικός αυτός που ανήκει σε ασήμαντα και ευτελή πράγματα.
Θρούμπα (ελιά), ελιές θρούμπες. Η εύκολη σκέψη είναι, πως ονομάζονται θρούμπες οι ελιές επειδή τις αρωματίζουμε με θρούμπη. Και όμως πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η θρούμπη ή το θρούμπι, είναι κοινή ονομασία του φυτού θύμβρος (θρουμπί, θρούμπη, θυμάρι), ο θύμος των αρχαίων Ελλήνων που χρησιμοποιείται σαν καύσιμη ύλη ή για την άρτυση διαφόρων εδεσμάτων. Ενώ θρούμπα είναι ο καρπός της ελιάς που αφού ωρίμασε στο δέντρο, πέφτει ώριμη και ζαρωμένη (η αρχαία γεργέμιρος).
Λαδώνω= αλείφω με λάδι, βαφτίζω, προκαλώ λεκέ, δωροδοκώ (δηλ. λαδώνω κρατικούς λειτουργούς, για να γίνουν γρήγορα οι δουλειές μου κ.λπ.). Αυτή η τελευταία σημασία του ρήματος θα μας απασχολήσει. Όπως μας πληροφορεί ο Γενάδιος στην Κύπρο καλλιεργούσαν από την αρχαιότητα σύκα τα οποία ήσαν μέτριας ποιότητας, επειδή εκβιαζόταν η ωρίμανσή τους «δια της επιχρίσεως δι’ ελαίου των ολύνθων». Όλυνθοι ονομάζονταν τα άγουρα σύκα (λύθια).
Οι λεβεκουραίοι= νέοι σπουδαστές, που δεν ασχολούνταν με χειρωνακτικές εργασίες και αναλώνονταν σε περιπάτους, συζητήσεις και διασκέδαση.
Σύμφωνα με το λαογράφο Δημ. Καλλιάνη, οι νέοι αυτοί που τους ονόμαζαν "Λεβεκουραίους" και διακρίνονταν για τη φυσιολατρεία τους, ξεκαλοκαίριαζαν στη Λουσίνα κάτω από τη στοργική παρουσία του μπαρμπα-Δημήτρη του Κουτρουμπή. Έστηναν το κρεβάτι τους πάνω σε τρία ελάτια σε σχήμα τριγώνου και διασκέδαζαν ρεμπελεύοντας και τραγουδώντας. Και βέβαια με αυτή τη σημασία χρησιμοποιήθηκε η λέξη και στις επόμενες 10ετίες.
Περισσότερα Άρθρα …
Σελίδα 18 από 22






















