- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα, στα χωριά μας, στον βόρειο Ταΰγετο σημαίνει παίρνω κάποιον στην πλάτη μου και τον κουβαλάω.
Σύμφωνα με τον Λιθοξόου το κουβάλημα κάποιου στην πλάτη ή στον ώμο είχε διάφορες ονομασίες: καλικούτσα, γκαλικότσα, γκάνια, γκότσι, ζαλούκα, καβαλίτσα, αγκάνια, αγκότσα, αμπρουζά, αρμακόλου, αμπελέτσα, αμπέτσα κ.ά.
Περισσότερα: Λεξιλογικά: Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Λαφτάκιασα, δίψασα πολύ, μού βγήκε η γλώσσα από τη δίψα, πίνω άπληστα νερό.
Η λέξη ετυμολογείται από το αρχαίο ρήμα λάπτω που σημαίνει πίνω νερό με τη γλώσσα. Έχει καταγραφεί από πολλούς αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, όπως ο Όμηρος, ο Αριστοτέλης, ο Αριστοφάνης, ο Πλούταρχος, ο Αιλιανός, ο Αθήναιος, ο Λουκιανός, ο Φερεκράτης.
Περισσότερα: Οι λέξεις μας: Ξετραφιάζω, τσουρούτικος, λαφτάκιασα
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα, στα χωριά μας, στον βόρειο Ταΰγετο σημαίνει παίρνω κάποιον στην πλάτη μου και τον κουβαλάω.
Σύμφωνα με τον Λιθοξόου το κουβάλημα κάποιου στην πλάτη ή στον ώμο είχε διάφορες ονομασίες: καλικούτσα, γκαλικότσα, γκάνια, γκότσι, ζαλούκα, καβαλίτσα, αγκάνια, αγκότσα, αμπρουζά, αρμακόλου, αμπελέτσα, αμπέτσα κ.ά.
Γνωρίζουμε τη σημασία των λέξεων αλλά στις περισσότερες αγνοούμε την ετυμολογία τους.
Περισσότερα: Λεξιλογικά: Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Ποτονός: στα σπίτια με τις κεραμοσκεπές, υπήρχε στο ξύλινο ταβάνι ένα άνοιγμα, ένα πορτάκι στην ουσία που οδηγούσε στον χώρο ανάμεσα στα κεραμίδια και το ταβάνι. Στον ποτονό έβαζαν τις καλαμωτές για να ανασταίνουν τους μεταξοσκώληκες. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία, όταν ήρθαν οι Γερμανοί στο χωριό, έκρυψαν τα κορίτσια στον ποτονό για να μην τα εκμεταλλευτούν οι κατακτητές.
Στην Ιλιάδα υπήρχε συχνά η πρόθεση ποτί που σήμαινε προς. Κατά τον Χόφμαν ποτή ή πότημα είναι η πτήση, το πέταγμα, ποτηνός και ποτανός είναι η πτήση η ανύψωση και τα αντίστοιχα ρήματα ποτέομαι, ποτάομαι και πέτομαι. Είναι πιθανή η ετυμολόγηση της λέξης ποτονός από το ποτάομαι-πέτομαι που σημαίνει κίνηση προς τα άνω, σε αντίθεση με τον καταρράκτη (το άνοιγμα στο ξύλινο πάτωμα με σκάλα) που οδηγούσε προς τα κάτω.
Περισσότερα: Λεξιλογικά: Ποτονός, αστράχα, κοπιάζω, ντακούνια
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Λαγάνα: Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο λάγανον που ήταν μια λεπτή και πλατιά πίτα, ένα γλύκισμα με λάδι και αλεύρι. Αρχαιοελληνική προέλευση έχουν και οι λαλαγγίδες, όπου λαλάγγη ή λαλάγγιον= το λάγανον.
Περισσότερα: Λεξιλογικά: Λαγάνα, Μπουκουβάλα, Σκορδαλιά, Γιαπράκια
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Σκανταλομάγκουρα και σκαντάλια:
Όταν, πιτσιρικάδες, στήναμε πλάκες για να πιάσουμε το καταχείμωνο κανένα κακομοίρικο τσόνι ή σπουργίτι ούτε που πέρναγε από το μυαλό μας πως ο όρος σκανταλομάγκουρα έχει αρχαιοελληνική προέλευση.
Περισσότερα: Λεξιλογικά- Σκανταλομάγκουρα, Ζωρός, Βραχιάστηκα, Σκαμνί, Γάιδαρος, Διασελίζω
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Σακάτης, σακατεύω = καθιστώ κάποιον ανάπηρο χτυπώντας, τραυματίζοντάς τον, του προκαλώ σοβαρή ή ανεπανόρθωτη σωματική βλάβη. Ο Φαίδων Κουκουλές στο έργο του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» (τ. Α, σελ. 96) αναφέρεται στο παιχνίδι «επί τάπητος», το οποίο περιγράφει ο Λιβάνιος και είναι αντιγραφή του ρωμαϊκού παιχνιδιού sagatio. Ονομαζόταν έτσι γιατί χρησιμοποιούσαν sagum δηλ. στρατιωτικό μανδύα που το ύφασμά του ήταν πολύ γερό ή τάπητα.
- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
Ρουπάκι είναι η δημώδης ονομασία είδους δρυός, βελανιδιάς. Πρόκειται βέβαια για το γνωστό μας θάμνο που φυτρώνει στα αγριεμένα χωράφια και στους όχτους τους. Είναι το υποκοριστικό της αρχαίας λέξης ρωψ, ρώπαξ, ρωπάς –άδος, και το υποκοριστικό ρωπάκιον. Ρωπεύω, σήμαινε κόβω κλάδους και χαμόκλαδα. Ρωπήεις ήταν ο κατάφυτος από θάμνους. Ρωπήια ήσαν τα πυκνά χαμόκλαδα. Ρωπικός αυτός που ανήκει σε ασήμαντα και ευτελή πράγματα.
Περισσότερα: Λεξιλογικά: Ρουπάκι, ξετζ(σ)ινιάζω, στουπί, παστρεύω, μπολιάρης

























