Λεφτήρα: είναι η πεταλούδα.
Στο εμπορικό του Πανάγου Γεώργαρη στο Καστόρι Λακωνίας, μια γυναίκα περασμένης ηλικίας ζήτησε «γνέμα της λεφτήρας και κουτουμπρελέ» δηλαδή κλωστή μάρκας «Πεταλούδα» και κοτόν περλέ.
Η λεφτήρα δεν καταγράφεται στα Ν.Ε. λεξικά και μάλλον ετυμολογείται από το λατινικό levis (=ελαφρύς) λεβ-τήρα, λεφτήρα. Από αναγραμματισμό προκύπτουν το φέλτρον (πεταλούδα) και φλετουράω (πεταλουδίζω).
Αγρικώ: αντιλαμβάνομαι, ακούω ελαφρά στον ύπνο μου, ίσα που…
Δεν προέρχεται από το άγροικος και αγροίκος που σημαίνει κάτοικος των αγρών και άξεστος στους τρόπους αλλά από το άκρα+ ακούω, ακρακώ και αγρακώ, αγρικώ.
Αναγελάστρι: έτσι έλεγε η Αγιομαμίτισσα γιαγιά τον μικρό εγγονό της και γελατσούρι έλεγε η Βοχαΐτισσα μάνα το στερνοπούλι της.
Η λέξη έχει την αρχή της στα αρχαία χρόνια.
Αναγελάω σήμαινε, γελώ μεγαλοφώνως, ηχηρά, όπως ακριβώς είναι το ζωηρό γέλιο του μικρού παιδιού.

Ένα ρυθμικό τραγουδάκι που λέγαμε παιδιά, όταν θέλαμε να τα «βγάλουμε», δηλαδή να διαλέξουμε ποιος θα τα «φυλάξει» στο κρυφτό, ποιος θα κάνει τη μάνα, γενικά ποιος θα έχει κάποιο ρόλο.
Σε κάθε συλλαβή αυτός που έλεγε το τραγουδάκι χτυπούσε το στήθος κάθε παιδιού με τη σειρά και σε όποιο χτυπούσε η τελευταία συλλαβή, αυτό θα επιλεγόταν για να ξεκινήσει το παιχνίδι ή να τα φυλάξει κ.λπ.
Μούντζα και μούτζα, μούζα είναι η καπνιά (αιθάλη, ασβόλη) από το τζάκι, τον φούρνο, τις φουφούδες και τα καπνισμένα τσουκάλια και γενικότερα η μελανή βρωμιά.
Ο Κοραής στα Άτακτα γράφει, «Μούζα, μουζαλία και μούντζα, μουντζαλία είναι η μόλυνσις ή μαύρισις του προσώπου (museau) , η γινόμενη από άλλον υβριστικώς, οποία είναι σχεδόν η λεγόμενη ελληνιστί προπηλάκισις από το πηλός». Από τη ρίζα αυτή προέρχεται το ρήμα μουζώνω και μουζαλώνω.
Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα, στα χωριά μας, στον βόρειο Ταΰγετο σημαίνει παίρνω κάποιον στην πλάτη μου και τον κουβαλάω.
Σύμφωνα με τον Λιθοξόου το κουβάλημα κάποιου στην πλάτη ή στον ώμο είχε διάφορες ονομασίες: καλικούτσα, γκαλικότσα, γκάνια, γκότσι, ζαλούκα, καβαλίτσα, αγκάνια, αγκότσα, αμπρουζά, αρμακόλου, αμπελέτσα, αμπέτσα κ.ά.
Λαφτάκιασα, δίψασα πολύ, μού βγήκε η γλώσσα από τη δίψα, πίνω άπληστα νερό.
Η λέξη ετυμολογείται από το αρχαίο ρήμα λάπτω που σημαίνει πίνω νερό με τη γλώσσα. Έχει καταγραφεί από πολλούς αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, όπως ο Όμηρος, ο Αριστοτέλης, ο Αριστοφάνης, ο Πλούταρχος, ο Αιλιανός, ο Αθήναιος, ο Λουκιανός, ο Φερεκράτης.
Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα, στα χωριά μας, στον βόρειο Ταΰγετο σημαίνει παίρνω κάποιον στην πλάτη μου και τον κουβαλάω.
Σύμφωνα με τον Λιθοξόου το κουβάλημα κάποιου στην πλάτη ή στον ώμο είχε διάφορες ονομασίες: καλικούτσα, γκαλικότσα, γκάνια, γκότσι, ζαλούκα, καβαλίτσα, αγκάνια, αγκότσα, αμπρουζά, αρμακόλου, αμπελέτσα, αμπέτσα κ.ά.
Γνωρίζουμε τη σημασία των λέξεων αλλά στις περισσότερες αγνοούμε την ετυμολογία τους.
Περισσότερα Άρθρα …
Σελίδα 17 από 22






















